16.01.2018    19:17

«Έφυγε» ο Ευτύχιος Αλεξανδράκης -Η ζωή και το έργο του σπουδαιότερου εμπόρου της Ερμού

Ο Ευτύχιος Αλεξανδράκης, ο παλαιότερος έμπορος της Αθήνας, η εμβληματική μορφή της Ερμού με το γνωστό κατάστημα γυναικείων ενδυμάτων, που επέλεξε να επισκεφτεί το ζεύγος Μακρόν κατά την επίσκεψή του στην Ελλάδα, πέθανε σε ηλικία 98 ετών.

Η κηδεία του Ευτύχιου Αλεξανδράκη θα γίνει αύριο Παρασκευή στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών.

Ο Ευτύχιος Αλεξανδράκης, ήταν ένας άνθρωπος με περίσσεια φυσική ευγένεια που αμέσως σε μαγνήτιζε με το λόγο του αλλά και με την εμφάνισή του. Αριστοκράτης και διανοούμενος. Υπήρξε η ψυχή της οικογενειακής επιχείρησης «Αλεξανδράκης» που εδώ και 150 χρόνια, διακρίνεται για την υψηλή ποιότητα, την κομψότητα, και τη μοναδικότητα στα ρούχα, που προσφέρει στο εκλεκτό και πιστό του κοινό, στο κέντρο της Αθήνας, στην οδό Ερμού 27. Του έχουν αποδοθεί τίτλοι, όπως βασιλιάς της Ερμού, έμπορος των Αθηνών, δανδής του εμπορίου.


Σε τηλεοπτική συνέντευξη που είχε παραχωρήσει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ είχε πει:

«Η επιχείρηση ιδρύθηκε το 1860 από έναν έμπορο που λεγόταν Καρυοφύλλης εις τον οποίον ο πατέρας μου, Δημήτριος Αλεξανδράκης, με καταγωγή από Άνδρο, Κρήτη και Αμοργό ηργάσθη ως υπάλληλος του. Έως τότε το κατάστημα πουλούσε αντρικά κουστούμια και κάλτσες. Ήταν ικανότατος άνθρωπος και αγαπητός, γι’ αυτό ο κ. Καρυοφύλλης τού πρότεινε «να του δώσει την επιχείρηση, με τον όρο να παντρευτεί την ανιψιά του». Εκείνος δεν είχε παιδιά. Ο πατέρας μου, του απάντησε «ευχαριστώ αλλά δεν με συγκινεί η πρόταση», διότι ήταν συνδεδεμένος με μία νέα, τη μητέρα μου, η οποία τότε ήταν μόλις 17 ετών. Τελικά, ο πατέρας μου το αγόρασε το μαγαζί το 1907. Από τότε είναι στο όνομα Αλεξανδράκης, δηλαδή προ 109 ετών, αλλά η επιχείρηση ιδρύθηκε το 1860 προ 156 ετών».

«Ο πατέρας μου ήταν σοβαρός και δημιουργικός άνθρωπος, και του άρεσε η καλαισθησία. Ανέπτυξε την επιχείρηση και κυρίως κατόρθωσε να αποκτήσει καλό όνομα, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Είχαμε πάρα πολύ καλές εμπορικές σχέσεις με Αγγλία, Γαλλία και Γερμανία».

Το 1933 το κατάστημα μεταφέρεται στη σημερινή του διεύθυνση. Ερμού 27. Το κτίριο σχεδιάστηκε από τον αρχιτέκτονα Στάμο Παπαδάκη. Η χαρακτηριστική του αρχιτεκτονική, εμπνευσμένη από την περίοδο Bauhaus, τα πρωτοποριακά του σχέδια, αναφέρονται σήμερα στα αρχεία του πανεπιστημίου της Βοστόνης, και το ιδιαίτερα καλλιτεχνημένο εσωτερικό του προσφέρουν μέχρι σήμερα μοναδικό καταφύγιο αισθητικής και αρμονίας στην καρδιά της Αθήνας. Το ισόγειο, το υπόγειο και οι τρεις όροφοι του κτιρίου φιλοξενούν, όχι μόνο ρούχα κλασσικά και προσεγμένα, αλλά και πίνακες του αδελφού του, Αλέξανδρου Αλεξανδράκη. Μία γκαλερί Τέχνης και κομψότητας.

«Είναι το πρώτο κατάστημα ετοίμων ενδυμάτων στην Αθήνα», μας λέει ο κ. Ευτύχιος, «διότι την εποχή που ιδρύθη, δεν υπήρχαν έτοιμα ενδύματα, ο κόσμος ραβόταν. Εκείνη την εποχή η Ερμού ήταν καρόδρομος ανάμεσα σε μονώροφα ή διώροφα σπίτια, αλλά ήταν από τότε ο πρώτος εμπορικός δρόμος της Αθήνας, συνδεδεμένος με την οδό Πειραιώς και δίαυλος όλων των εμπορευμάτων που ερχόντουσαν στο λιμάνι του Πειραιά».

«Ήταν ο παλαιότερος και ο μόνος εμπορικός δρόμος της Αθήνας, αλλά για μένα», καταλήγει ο κ. Αλεξανδράκης, «η Ερμού είναι η ζωή μου. Και όχι μόνο, ήταν η ζωή και των προγόνων μου».

Το 1954 ο Ευτύχιος Αλεξανδράκης ανέλαβε επίσημα την επιχείρηση, αν και εργαζόταν από πολύ νωρίς με τον πατέρα του σπουδάζοντας παράλληλα Οικονομικά και Πολιτικές επιστήμες. Σήμερα με πολύ καμάρι, μας παρουσιάζει την κόρη του Κατερίνα, την διάδοχό του η οποία, όπως μας λέει, «είναι πολύ δυνατή στα εμπορικά γνωρίζει 5 γλώσσες και υπάρχει και ο εγγονός, ο οποίος σπουδάζει στην Αμερική και εάν ο Θεός το θέλει, θα συνεχίσει την επιχείρηση».

Για τις δυσκολίες στην μακρόχρονη πορεία του, ο κύριος Αλεξανδράκης αναφέρει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ότι «στον πόλεμο ο πατέρας μου, πούλησε όλα τα εμπορεύματα, διότι υπήρχαν πολλοί πελάτες, οι οποίοι ζητούσαν να αγοράσουν ρούχα και η πλειονότητα των εμπόρων τα έκρυβε. Μείναμε 4 χρόνια κατά τη διάρκεια του πολέμου χωρίς εμπόρευμα. Παράλληλα, είχαμε δελεαστικές προτάσεις να πουλήσουμε το μαγαζί, αλλά ο πατέρας μου ήταν πολύ έξυπνος και συνετός στη σκέψη του και το απέκλειε λέγοντας μου ότι «τουλάχιστον να ερχόμαστε να πίνουμε ήσυχα το καφέ μας». Πίστευε ότι πρέπει να έχεις πρώτα στέγη επαγγελματική και μετά στέγη για την οικογένεια. Ήταν, όμως, μαύρη περίοδος, έβλεπες τη δυστυχία παντού. Όλα τα μαγαζιά κλειστά. Εδώ ήταν κατεβασμένα τα ρολά. Ανοίγαμε, μεν, κάθε μέρα και κάθε μεσημέρι κλείναμε, αλλά φεύγοντας πηγαίναμε τοίχο-τοίχο μήπως τρώγαμε καμία αδέσποτη».

Όταν τελείωσε ο πόλεμος, το ξαναρχίσαμε το μαγαζί, λέει ο Ευτύχιος Αλεξανδράκης.

«Γράψαμε στους ξένους προμηθευτές μας στην Αγγλία, Γαλλία κλπ, και εκείνοι πρόθυμοι μας εφοδίασαν εμπορεύματα. Ο πατέρας μου, δεν μου έδινε πρωτοβουλίες. Πίστευε ότι «η πρωτοβουλία δεν δίδεται, αλλά λαμβάνεται». Του έδωσα όμως την ικανοποίηση και είδε τη επιχείρηση μετά τον πόλεμο να αναπτύσσεται και δεν έκλεισε όπως οι περισσότερες και αυτό τον χαροποίησε πολύ. Έκτοτε το κατάστημα ανθεί».


Οι συνεργασίες με ξένους οίκους πολλές, ανάλογα με το τι επιτάσσει η μόδα και η εποχή, όπως με το μεγάλο αγγλικό οίκο Μοnrey ή με τον επίσης αγγλικό οίκο Smendley, με ιστορία από το 1725.

«Οι πελάτες μας, αν μου επιτρέπετε την έκφραση ήταν όλοι της υψηλής κοινωνίας από απόψεως οικονομικής τουλάχιστον. Θυμάμαι, παιδάκι εγώ, ερχόντουσαν κυρίες με άμαξες, σταματούσαν έξω από το μαγαζί και τους πηγαίναμε τα ψώνια, γιατί δεν ήταν εύκολο να ανεβοκατεβαίνουν από την άμαξα. Τα ρούχα τότε ήταν δύσκολα ειδικά τα φορέματα. Ήταν, όμως, φινετσάτα και σε πολύ καλή ποιότητα ακόμα και τα εσώρουχα που είχαμε, τα οποία έφταναν μέχρι το γόνατο και έκλειναν με ένα πολύ ωραίο σατέν φιόγκο στο πλάι».

Ανάμεσα στους πελάτες ήταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ο οποίος ψώνιζε ο ίδιος ή έστελνε έναν ανθυπασπιστή του, ο γιος του ο Σοφοκλής, η Κυβέλη, η Μαρ. Κοτοπούλη, το ζεύγος Ζολώτα, η Σοφία της Ισπανίας μέχρι να παντρευτεί, η Αμαλία Καραμανλή, η οποία ψώνιζε η ίδια για τον Κωνσταντίνο Καραμανλή.


«Θυμάμαι ότι θα πηγαίνανε ένα επίσημο ταξίδι στην Ευρώπη και ανησυχούσε για το κρύο, γιατί ο Κ. Καραμανλής δεν φορούσε μάλλινα. Της σύστησαν το μαγαζί μας γιατί τότε είχαμε μάλλινα ρούχα και εσώρουχα. Τότε τα εσώρουχα ήταν μακριά. Ήρθε ψώνισε και μάλιστα προληπτικώς της δώσαμε για τον κύριο Καραμανλή και έχτρα μάλλινα ρούχα. Γενικότερα, οι επώνυμοι πελάτες μας δεν ήταν δύσκολοι αλλά με μία λέξη θα τους έλεγα ότι ήταν αρχοντάνθρωποι».

Όταν ο ιδιοκτήτης του οίκου Ηelmes ζήτησε χώρο στο μαγαζί του για ένα πάγκο με αξεσουάρ ο κ. Αλεξανδράκης αρνήθηκε προκειμένου να μην μετακινήσει τα πορτρέτα των γονιών του, έργα του αδελφού του, Αλέξανδρου Αλεξανδράκη. Και τους απάντησε, «δεν πρόκειται να τα μετακινήσω έναντι οποιοδήποτε τιμήματος». «Έχω βαθύτατη ευγνωμοσύνη στους γονείς μου. Είχαμε την τύχη όλα μου τα αδέλφια, σημειωτέον ήμασταν επτά αδέρφια, και εγώ είμαι ο έκτος και ο μόνος εν ζωή, να έχουμε πολύ καλούς γονείς. Εγώ πρώτα προβάλλω την ιστορία της οικογενείας μου και το σεβασμό που τρέφω γι’ αυτήν. Γι’ αυτό πιστεύω ότι είμαι εκτός εποχής μας», αναφέρει με περισσή ειλικρίνεια ο κύριος Ευτύχιος.

«Εδώ και 70 χρόνια», συνεχίζει, «δεν περνάει μέρα που να μην τους σκέφτομαι και να παίρνω μαθήματα από αυτούς. Ο πατέρας μου δεν άλλαξε πότε τον τρόπο ζωής του. Δεν θαμπώθηκε από τα χρήματα, δεν ήταν επιδειξίας. Ούτε όμως και εγώ. Ζήσαμε με πολλές ανέσεις. Ήταν άνθρωπος που ξόδευε για τις σπουδές μας, είχαμε δασκάλους για τα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά στο σπίτι. Αυτοκίνητο δεν είχαμε, τότε δεν υπήρχαν και πολλά και ούτε του το ζητάγαμε.Όταν μπορέσετε, να το αποκτήσετε μόνοι σας», μας έλεγε.

Μιλώντας για το «μυστικό» επιτυχίας και της μακροβιότητας μιας επιχείρησης στο χώρο του εμπορίου ο κ. Αλεξανδράκης θα πει:

«Ποτέ δεν είπαμε ψέματα σε πελάτη για να υποστηρίξουμε ένα είδος, όταν δεν πιστεύαμε ότι ήταν το κατάλληλο. Μία ακόμα αρχή στο μαγαζί μας είναι ότι δεν πιέζουμε τον πελάτη και ειδικά τις κυρίες, οι οποίες γνωρίζουν πολύ καλά τι τους ταιριάζει. Αυτή ήταν και είναι η τακτική της επιχείρησης. Σταθερές τιμές, όχι παζάρια και σοβαρότητα. Και οι υπάλληλοι μου, οι οποίοι είναι πολλά χρόνια στο μαγαζί, είναι προσαρμοσμένοι στις αρχές της επιχείρησης και λειτουργούμε όλοι μαζί, χωρίς προβλήματα. Δεν απολύσαμε ποτέ εργαζόμενο. Από εδώ, όλοι παίρνουν σύνταξη. Και φυσικά υπάρχει επαφή με τους πελάτες. Ο περισσότερος κόσμος έρχεται να χαιρετήσει. Δεν το βλέπουμε τον πελάτη σαν νούμερο».

«Δεν χρωστάμε πουθενά», συνεχίζει, «ούτε στις τράπεζες ούτε στο δημόσιο ούτε στο εξωτερικό» και αυτό όπως θα πει «γιατί έχω κάνει και κάνω σωστή διαχείριση. Δεν ξανοιγόμαστε σε βήματα που δεν μπορούμε να τα βγάλουμε πέρα. Τη λέξη δάνειο δεν την ξέρει η επιχείρησή μου. Ό,τι μπορούσαμε, αυτό κάναμε».

Το 1998 το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Αθηνών (Ε.Β.Ε.Α.) απονέμει στον Ευτ. Αλεξανδράκη το βραβείο «Επιχείρηση και Παράδοση». Όταν παρέλαβε το βραβείο, ο τότε πρωθυπουργός, Κώστας Σημίτης, τον ρώτησε ποιο είναι το μυστικό της επιχείρησης με δύο λόγια και ο κ. Αλεξανδράκης απάντησε:

«Αν θέλετε δυο λόγια είναι: Σώφρων Διαχείρισις».

Ο κ. Αλεξανδράκης εκτιμά ότι σήμερα είναι πολύ δύσκολο να ανοίξει κάποιος μια επιχείρηση.

«Για να ανοίξει κάποιος μία επιχείρηση σήμερα είναι πολύ δύσκολο. Θα πρέπει να έχει καλό εμπόρευμα ή κάτι ξεχωριστό ή να έχει όνομα. Εδώ έχω εφημερίδες από το εξωτερικό που έγραψαν για την επιχείρηση, όπως την Augsburger Allgemeine και πολλές άλλες. Αυτό έχει τεραστία σημασία για την επιχείρηση. Η φήμη, το Βrand Νame. Γι’ αυτό λέω και στον εγγονό μου, να προσέχει στο μέλλον. Το καλό όνομα αποκτάται, όμως, μπορείς να το χάσεις σε μία ημέρα, αν στραβοπατήσεις».

Είχε μιλήσει σε άπταιστα γαλλικά στο ζεύγος Μακρόν

Στην πρόσφατη επίσκεψη του ζεύγους Μακρόν στην Αθήνα και κατά τη σύντομη βόλτα τους στην οδό Ερμού, η Μπριζίτ Μακρόν σταμάτησε μπροστά στη βιτρίνα του ιστορικού καταστήματος «Αλεξανδράκης». Χάζεψε τη βιτρίνα του και στη συνέχεια μαζί με τον σύζυγό της φωτογραφήθηκαν με τον 98χρονο ιδιοκτήτη του, έναν από τους θρυλικότερους  εμπόρους της Αθήνας. Ο κύριος Αλεξανδράκης δεν έχασε την ευκαιρία να τους δώσει μια εύχη σε άπταιστα Γαλλικά.

Ας δούμε τη ζωή και το έργο του σπουδαίου αυτού Έλληνα άντρα σε μια συνέντευξη που μου είχε δώσει, για την εφημερίδα Ελευθεροτυπία, την Κυριακή 26 Οκτωβρίου 2014

Στη μέση της Ερμού, μια επιβλητική μπουτίκ σαν ιερό μνημείο του στιλ.

Στη μέση της Ερμού, μια επιβλητική μπουτίκ σαν ιερό μνημείο του στιλ.Ο Ευτύχιος Αλεξανδράκης, 98 ετών σήμερα, δίνει το «παρών» καθημερινώς και αδιακόπως στο μαγαζί τα τελευταία 80 και χρόνια. «Αυτός ο οίκος ιδρύθηκε το 1860 από κάποιον Καριοφύλλη. Ο πατέρας μου, ο Δημήτρης, εργαζόταν εδώ από το 1890. Του πούλησε ο Καριοφύλλης την επιχείρηση γύρω στο 1907 και έκτοτε πέρασε στην οικογένειά μας. Το κατάστημα ήταν πάντα εδώ. Ερμού 27. Το κτήριο είναι της εποχής του Οθωνος», λέει ο ίδιος και συνεχίζει: «Ο πατέρας μου πέθανε το 1954, τότε και ανέλαβα την επιχείρηση ουσιαστικά, αλλά ήμουν στο μαγαζί από το 1940, όταν και πήρα το πτυχίο μου. Σπούδαζα και παράλληλα ερχόμουν και παρακολουθούσα την κίνηση στο μαγαζί, τον πατέρα μου πώς αντιμετώπιζε τους πελάτες. Μου άρεσε. Και διδασκόμουν.

»Είναι απλοί οι κανόνες του εμπορίου. Ο έμπορος πρέπει να έχει επαφή με τον κόσμο, να τον ψυχολογεί και να προσαρμόζεται. Εάν δεν το κάνει αυτό, είναι αποτυχημένος. Κάθε μέρα ο σώφρων έμπορος δίνει εξετάσεις».

«Ο Ελευθέριος Βενιζέλος ήταν πελάτης μας· δεν ερχόταν ο ίδιος, αλλά οι ανθυπασπιστές του».

Του ζητώ να μου περιγράψει μια ηλιόλουστη περίοδο για το αθηναϊκό εμπόριο. «Μετά την απελευθέρωση από τους Γερμανούς υπήρξε μία δύσκολη περίοδος, αλλά άλλαξε πολιτική το κράτος, άφησε ελευθερία στο εμπόριο, το οποίο και ανεπτύχθη πολύ. Ισχυσε αυτή η ανάπτυξη μέχρι το 1980. Ηταν μια καλή περίοδος. Δεν υπήρχαν πολλές επεμβάσεις από το κράτος. Είχε αποφευχθεί η γραφειοκρατία και ίσχυε μόνο ο υγιής ανταγωνισμός, που ανάγκαζε τους εμπόρους να γίνουν όλο και καλύτεροι».

Στο λαμπερό παλμαρέ της επώνυμης πελατείας του οι υπογραφές ακούγονται σαν ηχητικά βεγγαλικά. «Ο Ελευθέριος Βενιζέλος ήταν πελάτης μας· δεν ερχόταν ο ίδιος, αλλά οι ανθυπασπιστές του. Ο πατέρας μου, δε, ήταν παλαιός βενιζελικός, την εποχή του 1909. Επίσης, πελάτης μας ήταν ο Σοφοκλής Βενιζέλος, ο οποίος ερχόταν ο ίδιος. Ο Αλέξανδρος Διομήδης, ο διοικητής της Εθνικής Τράπεζας. Η κυρία Παρασκευοπούλου, σύζυγος του στρατηγού Παρασκευοπούλου από τη Μικρά Ασία. Η Κυβέλη και οι κόρες της, η Κοτοπούλη, η Κατερίνα Ανδρεάδη, ο Ανδρεάδης, ο διοικητής της Εμπορικής Τράπεζας. Η συμπεριφορά μας ήταν ίδια ως προς όλους. Εάν ερχόταν ένας πελάτης και ήθελε ένα μαντιλάκι, τον προσέχαμε το ίδιο όπως και κάποιον που έκανε μεγάλες αγορές. Για λόγους δικής μας ευπρέπειας. Δεν κάναμε διακρίσεις. Και αυτό έχει βοηθήσει στην καλή φήμη της επιχείρησης».

Αναφέρεται στον πατέρα του και στη σπουδαία οικογενειακή κληρονομιά με απόλυτο σεβασμό: «Ο πατέρας μου δεν μιλούσε πολύ, είχε λίγα λόγια, ήταν σοβαρός άνθρωπος. Αλλά εγώ παρακολουθούσα πώς διαπραγματευόταν το καθετί και μάθαινα. Και πρέπει να πω ότι για μένα πανεπιστήμιο ήταν η επιχείρηση, διότι είχα την τύχη να έχω έξυπνο πατέρα και δυναμικό. Η βασική αρχή του πατέρα μου ήταν «δεν πρέπει να προκαλούμε ποτέ την κοινωνία. Να είμεθα μετριοπαθείς στις σχέσεις μας». Το «λάθε βιώσας» του Επίκουρου. Ο πατέρας μου είχε πετύχει πολύ, παρέμενε όμως σεμνός.

»Είχε πει κάποτε για μας τα παιδιά του, ότι δεν είμαστε παρά πτωχοί σπουδαστές. «Αν μπορέσουν κάποτε να εκδηλωθούν μόνοι τους, τότε καλά, αλλά όσο βρίσκονται υπό την σκέπη τη δική μου, τότε είναι πτωχοί σπουδαστές». Ηταν άνθρωπος που ξόδευε για τις σπουδές μας, ποτέ όμως για την επίδειξη. Αυτοκίνητο δεν είχαμε, «όταν μπορέσετε, να το αποκτήσετε μόνοι σας», μας έλεγε. Αν του έλεγα όμως «πατέρα θέλω να μάθω κινέζικα, να πάρουμε δάσκαλο», θα το έκανε. Το έκανε για τον αδερφό μου, ο οποίος ήταν επιτυχημένος πρέσβης στην Ουάσιγκτον. Ημαστε επτά αδέρφια, εγώ είμαι ο έκτος και ο μόνος εν ζωή. Αυτό που λέω στα εγγόνια μου είναι να είναι σεμνοί, να ενδιαφέρονται για τις σπουδές τους και ότι τίποτα δεν γίνεται με ψέματα. Μια επιχείρηση μπορεί να κάνει 100 χρόνια για να στρωθεί, αλλά ξεστρώνεται σε μια εβδομάδα. Μια επιχείρηση δεν είναι μηχανή που κόβει λεφτά, θέλει φροντίδα, όπως ένα δέντρο χρειάζεται πότισμα και καλλιέργεια να κάνει καρπούς».

«Η πελατεία μας είναι μάλλον ευκατάστατη, αλλά και αυτοί οι ευκατάστατοι έχουν περιοριστεί σήμερα, διότι υπάρχει η αβεβαιότης για το μέλλον».

Και φτάνουμε στο σήμερα. «Η πελατεία μας είναι μάλλον ευκατάστατη, αλλά και αυτοί οι ευκατάστατοι έχουν περιοριστεί σήμερα, διότι υπάρχει η αβεβαιότης για το μέλλον. Πρέπει να υπάρξει ομαλότης για να μπορέσει να αναπτυχθεί η οικονομία. Να ξέρει ο κάθε πολίτης πού βαδίζουμε».