10.12.2018    11:53

Αποκαθήλωση του Χριστόφορου Κολόμβου στο Λος Άντζελες

Μετά από μακροχρόνιες διαμαρτυρίες αυτόχθονων κατοίκων το Λος Άντζελες απομάκρυνε άγαλμα του Χριστόφορου Κολόμβου. Το ζήτημα αναζωπυρώνει τις συζητήσεις για τη γενοκτονία των ιθαγενών από τους Ισπανούς.

Η ιδέα της προσέγγισης ιστορικών γεγονότων από διαφορετική οπτική γωνία -συγκεκριμένα από αυτήν των ηττημένων ή ασθενέστερων- δεν είναι καινούργια. Ένα παράδειγμα είναι η περίπτωση του ιταλού θαλασσοπόρου Χριστόφορου Κολόμβου. Η περίπτωση του ανθρώπου που είχε ανακαλύψει την Αμερική διχάζει εδώ και πολλά χρόνια τους ανθρώπους του ισπανόφωνου χώρου και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, αλλά και στις ΗΠΑ. Αφορμή για την πιο πρόσφατη… ανακίνηση του θέματος ήταν η απόφαση του δημοτικού συμβουλίου του Λος Άντζελες να απομακρύνει προ ημερών ένα άγαλμα του Κολόμβου από πάρκο της πόλης. Περίπου 100 παρευρισκόμενοι και απογόνοι αυτόχθονων κατοίκων ξέσπασαν σε πανηγυρισμούς και κατέγραψαν τη διαδικασία της απομάκρυνσης του μνημείου με τα κινητά τους τηλέφωνα. Το όνομα του Χριστόφορου Κολόμβου έχει συνδεθεί με τη δουλεία και τη βιαιότητα, και ως εκ τούτου δεν μπορεί να τιμάται με ένα μνημείο, αιτιολόγησε την απόφασή του το δημοτικό συμβούλιο του Λος Άντζελες.

Αντιδράσεις και αντιδράσεις επί αντιδράσεων

Οι αντιδράσεις δεν άργησαν να έρθουν και ήταν έντονες. Την περασμένη Τρίτη ο πρόεδρος της Βολιβίας Έβο Μοράλες συνεχάρη μέσω twitter τις δημοτικές αρχές της αμερικανικής πόλης. «Συμφωνώ με το δημοτικό συμβούλιο στο ότι η αποκαλούμενη ανακάλυψη της Αμερικής ήταν γενοκτονία και απομύζηση των φυσικών πόρων».

Η Ισπανία δεν άργησε να απαντήσει, δυσαρεστημένη από την αποκαθήλωση ενός εθνικού της ήρωα. Η ισπανική εφημερίδα El Pais δημοσίευσε ένα κύριο άρθρο με διδακτικό τόνο και ιστορικές αναφορές. Σύμφωνα με τι άρθρο, η ίδρυση του Λος Άντζελες και το όνομά του έχουν ισπανικές καταβολές. Η πόλη ιδρύθηκε το 1781 από έναν Ανδαλουσιανό 275 χρόνια μετά τον θάνατο του Κολόμβου. Η El Pais συνοδεύει τις αναφορές τις και με σειρά απόψεων από επιστήμονες, κυρίως από την Ισπανία, οι οποίες σχετικοποιούν τις ευθύνες του Κολόμβου για τις κτηνώδεις εκτελέσεις αυτόχθονων κατοίκων στην Αμερική.

Στο πλαίσιο των εορτασμών για την 12 Οκτωβρίου, επέτειο της ανακάλυψης της Αμερικής το 1492, πήρε τον λόγο ο επίσκοπος του Βαγιαδολίδ Λουίς Χαβιέ Αργκυέγιο, υποστηρίζοντας ότι τα συγκεκριμένα γεγονότα του παρελθόντος δεν έχουν καμία σχέση με γενοκτονία, αλλά επρόκειτο πολύ περισσότερο για «αμοιβαία γνωριμία» και «συνάντηση πολιτισμών», ενώ η βασίλισσα της Ισπανίας Ισαβέλλα, που είχε δώσει την εντολή για τη ναυτική αποστολή του Κολόμβου, είχε ευγενή κίνητρα.

Βεβαίως σε πολύ μεγάλα τμήματα της Λατινικής Αμερικής δεν αποδέχονται καθόλου αυτήν την άποψη. Οι απόψεις του ισπανού επισκόπου προκάλεσαν θυμηδία ακόμη και εντός της Ισπανίας. Όμως ο ισπανικός κλήρος προσπαθεί εδώ και πάνω από έξι δεκαετίες να πετύχει την αγιοποίηση της βασίλισσας Ισαβέλλας με το προσωνύμιο «Η Καθολική». Η εντολή για εκτέλεση μιας γενοκτονίας δεν είναι ιδιαιτέρως… υποβοηθητικό στοιχείο για τη βιογραφία της.

Τα αγάλματα και η ερμηνεία του παρελθόντος

Το μνημειώδες άγαλμα του Κολόμβου στη Βαρκελώνη δείχνει προς την κατεύθυνση της Αμερικής

«Οπουδήποτε στήνονται αγάλματα ή καθιερώνονται εθνικές επέτειοι η επιδίωξη είναι η άσκηση κυρίαρχης επιρροής για την ερμηνεία ιστορικών γεγονότων», επισημαίνει στην DW η Ελεωνόρα Ρόλαντ, καθηγήτρια Ιστορία στο Πανεπιστήμιο του Μπίλεφελντ.

Ένα παράδειγμα που διαφωτίζει την άποψη της γερμανίδας ιστορικού είναι αυτό το ισπανού «κονκισταδόρ» Ερνάν Κορτές, ο οποίος κατέκτησε την αυτοκρατορία των Αζτέκων. Στο Μεξικό, ακόμη κι αν έβαλε τον θεμέλιο λίθο για το σύγχρονο Μεξικό, είναι άκρως αμφιλεγόμενος. Στη γενέτειρά του, το μικρό Μεντεγίν στον ισπανικό Νότο, έχει αντίθετα στηθεί ένα πομπώδες άγαλμα του Κορτές, το αριστερό πόδι του οποίου πατά πάνω στο κομμένο κεφάλι ενός Αζτέκου. Το 2010 ομάδα ακτιβιστών είχαν πετάξει κόκκινη μπογιά πάνω στο άγαλμα, ως σύμβολο του λουτρού αίματος που προκάλεσε ο Κορτές ανάμεσα στους αυτόχθονες κατοίκους του Μεξικού.

Η Ελεωνόρα Ρόλαντ θεωρεί θετική τη σημερινή τάση για κριτική (ανα-)θεώρηση εθνικών συμβόλων και προτύπων, δεδομένου ότι πολλές κοινωνικές ομάδες αποκτούν τη δυνατότητα να αναδείξουν και να στηλιτεύσουν τον πολιτικό, κοινωνικό, πολιτιστικό και οικονομικό αποκλεισμό τους.