21.09.2018    06:15

Δεύτερος γάμος για τον Σίμο Κεδίκογλου – Ποια είναι η κρητικιά, πρώην μοντέλο

Τα σκαλιά της εκκλησίας αναμένεται να ανεβεί για δεύτερη φορά ο βουλευτής της ΝΔ και πρώην κυβερνητικός εκπρόσωπος Σίμος Κεδίκογλου.

Σύμφωνα με το eviazoom.gr, ο 54χρονος βουλευτής της Εύβοιας έκανε πρόταση γάμου στο πρώην μοντέλο Ελισάβετ Κατσαμάκη, η οποία έχει εγκαταλείψει την πασαρέλα και τις τολμηρές πόζες για να γίνει φωτογράφος.

Οπως αναφέρει η ίδια πηγή, η 31χρονη καλλονή απάντησε θετικά στη πρόταση γάμου και η τέλεση του μυστηρίου αναμένεται να πραγματοποιηθεί τους επόμενους μήνες του καλοκαιριού σε εξωκλήσι της Βόρειας Εύβοιας.

Ο γάμος αναμένεται να γίνει σε στενό οικογενειακό κύκλο και χωρίς τυμπανοκρουσίες, λόγω του πένθους της οικογένειας Κεδίκογλου, αφού πρόσφατα έφυγε από τη ζωή, ο πατέρας του Σίμου, Βασίλης Κεδίκογλου.

Όσο για το ζευγάρι, η σχέση τους αποκαλύφθηκε όταν οι δύο τους ταξίδεψαν μαζί στην Οδησσό με αφορμή τους εορτασμούς της ελληνικής κοινότητας της ουκρανικής πόλης για την επέτειο της 25ης Μαρτίου.

 

Ποια είναι η Ελισάβετ Κατσαμάκη – Τι είχε πει στο elculture.gr

Η φωτογράφος Ελισάβετ Κατσαμάκη δεν είναι μια συνηθισμένη γυναίκα. Ξεκίνησε την καριέρα της στα οικονομικά. Έζησε την επαγγελματική σκληραγώγηση στο City του Λονδίνου και μια μέρα αποφάσισε να τα παρατήσει όλα και να αλλάξει 360 μοίρες τη ζωή της, όταν ο άγνωστος τότε ηθοποιός Έντι Ρέντμεϊν – πριν το Όσκαρ και τη Χρυσή Σφαίρα για το «Η Θεωρία των Πάντων»– της είπε πως η ζωή είναι μικρή και πρέπει να τη ζήσουμε όπως θέλουμε. Ξεκίνησε για πλάκα το μόντελινκ, προκειμένου να γυρίσει τον κόσμο. Κατέληξε να είναι εξώφυλλο στα μεγαλύτερα περιοδικά μόδας και το βασικό πρόσωπο της καμπάνιας κορυφαίων οίκων.

Εκείνη αδιαφορούσε και κάθε φορά που τέλειωνε μια φωτογράφιση, έπαιρνε θέση πίσω από το φακό, κάνοντας «κλικ» σε πρόσωπα και τοπία που είχαν κάτι να πουν. Κάπως έτσι, το μικρόβιο της φωτογραφίας που είχε από μικρή μέσα της, έγινε «ανίατη αρρώστια», η οποία κατέληξε στην πρώτη ατομική φωτογραφική της έκθεση με τίτλο «Πορτρέτα και Φιγούρες του Φωτός», ένα αφιέρωμα στην ταλαιπωρημένη, αλλά αισιόδοξη βραζιλιάνικη ψυχή.

Το μόνο σίγουρο είναι πως η Ελισάβετ Κατσαμάκη, έχει πολλές και ενδιαφέρουσες ιστορίες για να διηγηθεί.

Με το φακό είχα πάθος από παιδί. Ο πατέρας μου είχε ως χόμπι τη φωτογραφία και μου είχε μεταδώσει από νωρίς το μικρόβιο. Γενικώς, χτυπούσε μέσα μου μια καλλιτεχνική καρδιά. Ζωγράφιζα, φωτογράφιζα, έπαιζα θέατρο. Ήξερα όμως ότι όλα αυτά δεν μπορούν να σου αποφέρουν μια σταθερότητα στη μετέπειτα ζωή σου. Μετά, φυσικά, αναθεώρησα, όταν κατάλαβα ότι τα πάντα στη ζωή είναι σχετικά. Ήθελα να γίνω ανεξάρτητη και ήξερα ότι ο δρόμος ήταν ένας: ένα καλό πανεπιστήμιο, ένα καλό πτυχίο και έπειτα μια καλή δουλειά.

Με πολύ κόπο, ξενύχτια και ατέλειωτο διάβασμα κατάφερα να μπω στο Saint Andrews. Η ζωή στην Σκωτία, η ενήλικη πλέον ζωή μου, δεν είχε καμία διαφορά με την προηγούμενη. Πίεση και ατέλειωτο στρες για να καταφέρω να ανταπεξέλθω στις απαιτήσεις του πανεπιστημίου, με ελάχιστες νυχτερινές φοιτητικές εξορμήσεις. Τέλειωσα με πολύ καλούς βαθμούς, πράγμα που μου άνοιγε όλες τις πόρτες για το Λονδίνο, την πόλη της καριέρας.

Στα 21 μου, βρέθηκα να δουλεύω στο City, στο investment banking. Στην αρχή όλα έμοιαζαν ιδανικά. Έβγαζα λεφτά, είχα μια καλή δουλειά, ένιωθα να κατακτώ την σταθερότητα που αποζητούσα. Όσο περνούσε, βέβαια, ο καιρός, άρχισα να καταλαβαίνω ότι μάλλον είχα κάνει κάτι λάθος. Όλη μου η ζωή γύριζε γύρω από αναλύσεις, αριθμούς και αρχεία. Δούλευα από τις 9 το πρωί μέχρι τις 10 το βράδυ μπροστά από ένα Excel, σ’ ένα περιβάλλον που το χρήμα ήταν ο ένας και μοναδικός Θεός. «Money talks», που λένε και οι Άγγλοι.

Ένιωθα ότι δεν μπορώ να αναπνεύσω. Τα καλύτερα χρόνια της ζωής μου ήταν εκεί και περίμεναν να τα ζήσω, αλλά εγώ τους είχα γυρίσει την πλάτη. Είχα επενδύσει χρόνο, χρήμα και προσωπικό μόχθο για κάτι που στην πραγματικότητα δεν ήθελα να κάνω. Εκείνη την περίοδο, νοίκιαζα ένα σπίτι σε μια πολυκατοικία στο Λονδίνο, η οποία είχε έναν μεγάλο κήπο μέσα. Ένα πρωινό Κυριακής, ακούω έξω φωνές και μουσική. Ανοίγω το παράθυρο και βλέπω μια μεγάλη παρέα να τρώει, να πίνει, να διασκεδάζει. Ένα αγόρι απ’ την παρέα, ήρθε προς το μέρος μου και με παρότρυνε να βγω έξω. Με την κουβέντα, συνειδητοποίησα ότι ήταν ο γιος της νοικάρισσάς μου. Δεν μπορούσα να αρνηθώ. Βγήκαμε στον κήπο και ξεκινήσαμε να μιλάμε για τις σπουδές μας, τα όνειρα μας, τη ζωή μας. Εκείνος σπούδαζε υποκριτική και είχε μια τρομερά αισιόδοξη ματιά για το μέλλον, σε αντίθεση με μένα, που εκείνη την περίοδο τα έβλεπα όλα μαύρα.

«Go for it», μου λέει, «Η ζωή είναι μικρή. Πρέπει να τη ζήσουμε όπως θέλουμε». Δεν ξέρω πώς, αλλά αυτό το «Go for It», χτύπησε μέσα μου σαν καμπανάκι. Το επόμενο πρωινό, αποφασίζω να τα παρατήσω όλα και να επιστρέψω στην Ελλάδα. Παραιτούμαι από τη δουλειά, αφήνω το σπίτι μου και κλείνω εισιτήρια με την πρώτη πτήση. Δεν ήξερα τι με περίμενε μετά. Ήξερα, όμως, ότι για να το βρω, έπρεπε να ρισκάρω. Μετά από πολλά χρόνια, σ’ ένα σινεμά στη Βραζιλία, συνειδητοποιώ ότι ο πρωταγωνιστής της ταινίας που είχα πάει να δω ήταν ο γιος της νοικάρισσάς μου στο Λονδίνο, που εκείνο το κυριακάτικο πρωινό μου είχε δώσει το έναυσμα να προχωρήσω μπροστά. Ήταν ο Έντι Ρέντμεϊν. Τρελάθηκα. Νόμιζα ότι κάποιος μου κάνει πλάκα. Ένας άνθρωπος άγνωστος, που συνάντησα για μία φορά στη ζωή μου και μου άνοιξε ένα διαφορετικό παράθυρο σκέψης, μου έκλεινε το μάτι απ’ το πανί. Παιχνίδι της μοίρας; Μπορεί.

Γυρίζοντας στην Ελλάδα, ξεκίνησα να ψάχνω για δουλειά. Ήταν η εποχή που αν δεν είχες μάστερ, δεν πήγαινες πουθενά. Ξεκίνησα να κάνω μεταπτυχιακό στο Πάντειο, το οποίο ήταν για 2 χρόνια. Έπρεπε να κάνω κάτι για βιοπορισμό, καθώς οι γονείς μου δεν μπορούσαν να με στηρίξουν άλλο οικονομικά. Κάπως έτσι προέκυψε το modeling. Σαν μια part time απασχόληση, για να μπορώ να έχω ένα χαρτζιλίκι. Και σαν μια πόρτα που θα μπορούσε να κάνει πράξη το όνειρο μου: να ταξιδέψω σε όλο τον κόσμο και να ανακαλύψω τη ζωή.

Τα πρακτορεία στην Ελλάδα μου έκλεισαν πανηγυρικά τις πόρτες. Μου έλεγαν «δεν κάνεις για τη δουλειά», δεν είσαι η «κατάλληλη», «ψάξε κάτι άλλο». Κάποιος, τότε, με παρότρυνε να απευθυνθώ σε πρακτορεία του εξωτερικού, αφού εκεί η αγορά είναι πιο μεγάλη. Έστειλα κάποιες φωτογραφίες μου και ένα πρακτορείο στη Γερμανία με κάλεσε για ραντεβού. Πήγα χωρίς δεύτερη σκέψη. Με το που φτάνω με στέλνουν απευθείας για test μαζί με έναν δικό τους επαγγελματία φωτογράφο στο Γερμανικό Ιστορικό Μουσείο. Ντύθηκα και φωτογραφήθηκα ως η πρώτη γυναίκα πιλότος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Δύο μήνες αργότερα, με καλεί ο φωτογράφος και μου λέει ότι οι υπεύθυνοι του περιοδικού «Foto Hits» του έκαναν ένα αφιέρωμα και από όλες του τις φωτογραφίες του επέλεξαν τη δική μου. Αυτό ήταν. Στη συνέχεια, το ένα έφερε το άλλο. Καμπάνια για τη Swatch, φωτογράφιση στον Dior, ταξίδια σε όλο τον κόσμο, μέχρι και συνεργασία με τον μάνατζερ της Κάρλα Μπρούνι. Δεν με ενδιέφερε η μόδα. Το μόνο που ήθελα ήταν να ταξιδεύω και να φωτογραφίζω. Κάθε φορά που τέλειωνα μια φωτογράφιση, έπιανα την κάμερα και άρχισα να φωτογραφίζω τα πάντα. Από μοντέλα, μέχρι τοπία.

Ένα απ’ τα πράγματα που μου έμαθε το μόντελινκ είναι το «ουδείς αναντικατάστατος». Η ίδια η βιομηχανία είναι τόσο ισχυρή που μπορεί είτε να σε αποθεώσει, είτε να σε ρίξει στο απόλυτο μηδέν. Φυσικά, την ίδια σκληραγώγηση βιώνεις και ως επαγγελματίας στο City του Λονδίνου. Αλλά νομίζω υπάρχει μια ειδοποιός διαφορά. Το Λονδίνο, όσο σκληρό κι αν είναι για έναν επαγγελματία, στο βάθος βλέπεις να ενυπάρχει μια αίσθηση λογικής σε ότι σου ζητούν. Ένα κι ένα κάνουν δύο. Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο. Ο κόσμος της μόδας είναι αρκετά παράλογος, απρόβλεπτος, παρορμητικός. Τις περισσότερες φορές δεν ήξερες με τι είχες να κάνεις. Το κυριότερο, είναι ο συναισθηματικός χειρισμόςστον οποίο σε υποβάλλουν σχεδόν καθημερινά. Χρειάζεται σθένος κι ένας ισχυρός αξιακός κώδικας για να μπορέσεις να σταθείς στο ύψος σου και να μην αιχμαλωτιστείς στην παράνοια.

Στα ταξίδια μου συνάντησα πολλούς επιτυχημένους ανθρώπους. Ανθρώπους με επιρροή, που απέκτησαν όσα ονειρεύτηκαν και άλλους που δεν μπόρεσαν να κάνουν το βήμα που ήθελαν στη ζωή. Κατάλαβα ότι το μυστικό της επιτυχίας είναι στο «δώσε» και όχι στο «πάρε». Οι πιο επιτυχημένοι άνθρωποι που συνάντησα ήταν άνθρωποι γενναιόδωροι, που δεν ήθελαν μόνο να καρπωθούν κάτι, αλλά να το προσφέρουν και στους άλλους. Φυσικά παίζει ρόλο και η τύχη. Είναι άδικο να μην παραδεχτείς ότι κάποιους ανθρώπους τους βοηθάει η ζωή.

Απ’ τη μόδα έφυγα γιατί είχα πάρει ότι ήταν να πάρω. Είχα γυρίσει τον κόσμο, είχα γνωρίσει ανθρώπους, κουλτούρες, διαφορετικές νοοτροπίες. Ακριβώς αυτό που ήθελα να κάνω. Το πέρασμα πίσω απ’ το φακό της κάμερας, δεν ήταν κάτι ανοίκειο. Νομίζω ήταν φυσικό επακόλουθο της έντονης αγάπης μου για τη φωτογραφία και της εξοικείωσής μου με την κάμερα ως μοντέλο.

Η Βραζιλία είναι μια χώρα που έχω στην καρδιά μου. Πρωτοπήγα το 2011 και έκτοτε την έχω επισκεφτεί πάρα πολλές φορές. Βρέθηκα ξανά εκεί την περίοδο που καθαιρέθηκε η Ντίλμα Ρούσεφ. Μια Βραζιλία πραγματική κόλαση. Το φωτογραφικό μου ένστικτο πήρε φωτιά. Πήρα την απόφαση να μπω μέσα σε μια φαβέλα και να αποτυπώσω στο φακό όλη την αλήθεια που περικλείεται μέσα στις παραγκουπόλεις.

Η πρώτη μου αίσθηση ήταν κάτι πολύ διαφορετικό από αυτό που είχα στο μυαλό μου. Άνθρωποι γελαστοί, που ενώ ξέρουν ότι αύριο μια σφαίρα μπορεί να τους κοστίσει τη ζωή, εκείνοι επιλέγουν να χορεύουν και να τραγουδούν. Είπα μέσα μου ότι αυτό αξίζει να το δουν στην Ελλάδα. Αυτοί που ζουν μέσα στην απίστευτη βία και στην απόλυτη φτώχεια, μέσα στα σκουπίδια και τις συμμορίες των ναρκωτικών, μπορούν και χαμογελούν, ενώ εμείς όχι. Κάπως έτσι, αυθόρμητα, προέκυψε το υλικό για την έκθεση «Πορτρέτα και Φιγούρες του Φωτός». Πορτρέτα ασπρόμαυρα, που παίζουν με το φως και τη σκιά, προκειμένου να τονιστούν όλες αυτές οι αντίθετες όψεις που συνθέτουν τη βραζιλιάνικη ψυχή.

Η Βραζιλία με δίδαξε ότι η ζωή συμβαίνει τώρα και ότι η ευτυχία είναι το αποτέλεσμα της απλότητας. Η ψυχή τους ζει το σήμερα. Χορεύουν σαν να μην υπάρχει αύριο, γιατί είναι πολύ πιθανό να μην υπάρξει. Επίσης, τα τραγούδια τους, ένα κομμάτι που λέει πολλά για τους λαούς, είναι όλα χαρούμενα.Σκεφτόμουν ότι στην Ελλάδα και γενικά στην Ευρώπη, τα τραγούδια παρουσιάζουν τον έρωτα σαν μια κατάσταση απόλυτης δυστυχίας. Κλάμα, πόνος, σπαραγμός. Και κάπως έτσι, έχουμε μάθει να βλέπουμε και τα πράγματα. Μέσα από το πρίσμα που λέει ότι αν δεν δυστυχήσεις, δεν θα ευτυχίσεις. Ε, λοιπόν, οι Βραζιλιάνοι, μάλλον έχουν σκεφτεί κάτι καλύτερα από εμάς…