21.08.2018    05:39

Ποιοι είναι οι δολοφόνοι του Στεφανάκου – Οι βασικοί ύποπτοι και ο «τσιλιαδόρος» – Ανοίγει νέος «κύκλος αίματος»

Μία αιματηρή επίθεση που είχε σημειωθεί στις 4 Ιανουαρίου 2017 με μαχαίρι στις φυλακές Κορυδαλλού εναντίον Ελληνα βαρυποινίτη κρατουμένου από Αλβανούς που ενεπλάκησαν μετέπειτα και στην δολοφονία του Μιχάλη Ζαφειρόπουλου, όπως και άλλες εγκληματικές ενέργειες της τελευταίας τριετίας μπαίνουν στο μικροσκόπιο της ΕΛ.ΑΣ για να εντοπισθεί ο οργανωτής της δολοφονίας του 57χρονου επιχειρηματία Βασίλη Στεφανάκου, το απόγευμα της Τετάρτης, έξω από το κατάστημα αυτοκινήτων του στο Χαϊδάρι.

Όπως αναφέρει το Βήμα και ο Βασίλης Λαμπρόπουλος, η αστυνομία έχει εστιάσει το ενδιαφέρον της σε κλήση που φέρεται να έχει πραγματοποιήσει άτομο που παρακολουθούσε τις κινήσεις του 57χρονου θύματος. Και ο συγκεκριμένος «παρατηρητής» – τσιλιαδόρος φέρεται να ειδοποίησε τους δολοφόνους που επέβαιναν σε μία λευκή μοτοσυκλέτα να τον πλησιάσουν και να τον πυροβολήσουν προτού μπει στο θωρακισμένο ΙΧ του.

Οι πρώτες εκτιμήσεις των αστυνομικών μιλούν για αλλοδαπούς δολοφόνους. Με στελέχη της λεωφόρου Κατεχάκη να μην αποκλείουν το ενδεχόμενο η δολοφονία του Βασίλη Στεφανάκου να έχει σχέση και με την δολοφονία του 47χρονου «νονού» της νύκτας Βασίλη Γρίβα τον Μάιο του 2017 έξω από σχολείο στα Γλυκά Νερά. Εκφράζουν ωστόσο φόβους ότι η δολοφονία του 57χρονου μπορεί να ανοίξει ένα νέο μεγάλο «κύκλο αίματος» στον χώρο της νύκτας. Ακόμη συνεκτιμούν ότι ο 57χρονος είχε ποινική εκκρεμότητα ύστερα από αιματηρή επίθεση-το καλοκαίρι του 2010 – με σοβαρό τραυματισμό ενός 50χρονου ιδιώτη στο χωριό Ροβιάτα της Ηλείας.

Ο Βασίλης Στεφανάκος που είχε κατηγορηθεί για σχέσεις με το οργανωμένο έγκλημα και είχε αποφυλακισθεί το καλοκαίρι του 2016, ήταν τον τελευταίο χρόνο ιδιοκτήτης εταιρείας πώλησης υγραερίου με έδρα τον Αστακό Αιτωλοακαρνανίας. Επιπλέον είχε προσπαθήσει να συνεργασθεί με γνωστές εταιρείες σε θέματα καυσίμων και μεταφορών. Φέρεται να είχε επαφές με επιχειρηματίες και άτομα με ποινικές εμπλοκές στη Θεσσαλονίκη σχετικά με διακίνηση ειδών καυσίμων αλλά και επαφές με ιδιώτες στη Ζάκυνθο, τα ονόματα των οποίων έχουν αναφερθεί σε δολοφονία, το περασμένο καλοκαίρι, στο νησί.

Οι επαφές του με του Πυρήνες

Σύμφωνα με τους αστυνομικούς «μετά την αποφυλάκισή του δεν φαίνεται να είχε καμιά ποινική εμπλοκή και είχε εστιάσει το ενδιαφέρον του στα δύο του παιδιά που είχε αποκτήσει στο διάστημα που ήταν στην φυλακή». Ακόμη 2-3 φορές είχε παρακολουθήσει δίκες μελών των «Πυρήνων» με τους οποίους διατηρούσε επαφές από τον καιρό που ήταν κρατούμενος στις φυλακές και για τους οποίους διατύπωνε κολακευτικά σχόλια σε διάφορες συνεντεύξεις του.

Ωστόσο φαίνεται ότι φοβόταν επίθεση από 2-3 Ελληνες και αλλοδαπούς ποινικούς που τον είχαν στοχεύσει από το παρελθόν, κυκλοφορούσε με θωρακισμένο αυτοκίνητο και με τη συνοδεία ακόμη δύο-τριών ατόμων από τον ποινικό και μη χώρο. Ο ένας εξ αυτών ωστόσο που ήταν μόνιμος συνοδός του, είχε φυλακισθεί προσφάτως  – εκ νέου – για την προαναφερόμενη εγκληματική ενέργεια στην Ηλεία το 2010.

Μία από τις κύριες εχθρότητες που είχε παλιότερα το θύμα της χθεσινής δολοφονίας στο Χαϊδάρι ήταν με 45χρονο ποινικό που έχει απασχολήσει πολλές φορές τις διωκτικές αρχές από το 2000, για εκβιάσεις, εκρήξεις και άλλα αδικήματα. Αιτία αυτής της αντιπαλότητας ήταν θέματα ελέγχου τομέων της Αθήνας για «προστασία» καταστημάτων.

Το όνομα του 45χρονου ως «στόχος» άλλων ποινικών είχε αναδειχθεί στον δικαστικό φάκελο της απαγωγής του εφοπλιστή Περικλή Παναγόπουλου το 2009, για την οποία είχε κατηγορηθεί αρχικά και ο Βασίλης Στεφανάκος (χωρίς συνέχεια). Τότε είχε διαπιστωθεί ότι υπήρχε «συμβόλαιο θανάτου» για τον 45χρονο με αντίτιμο 50.000 ευρώ.

Ο 45χρονος είχε γίνει στόχος, πριν από ένα χρόνο, της προαναφερόμενης επίθεσης με μαχαίρι στις φυλακές Κορυδαλλού από δύο Αλβανούς που κατηγορήθηκαν για την οργάνωση της δολοφονίας –τον Οκτώβριο στο Κολωνάκι- του γνωστού ποινικολόγου Μιχάλη Ζαφειρόπουλου.

Κι αυτό με αφορμή άλλο «συμβόλαιο θανάτου» που υποστηρίζουν ότι είχαν διεκπεραιώσει στα πλαίσια της «υπόθεσης Energa». Για την επίθεση εναντίον του 45χρονου ποινικού οι δύο Αλβανοί καταδικάσθηκαν προσφάτως σε ποινικές κάθειρξης 16 έως 10 ετών. Ακόμη φέρεται να είχαν γίνει κι άλλες απόπειρες εναντίον του με δηλητηριασμένο φαγητό κλπ.

Οι αστυνομικοί εξετάζουν το ενδεχόμενο λόγω «συμμαχιών» στον χώρο της νύκτας η χθεσινή εν ψυχρώ δολοφονία του επιχειρηματία να αποτελεί μέρος της νέας φάσης του εμφυλίου της νύκτας μετά την δολοφονία του 47χρονου «μπράβου» Βασίλη Γρίβα που θεωρείται, σύμφωνα με παλαιότερους διαχωρισμούς, ότι ανήκε σε ομάδα «αντίπαλη» εκείνης που φερόταν να είχε σχηματίσει ο Βασίλης Στεφανάκος.

Οι αξιωματικοί της ΕΛ.ΑΣ συνεκτιμούν ότι ο 57χρονος είχε πλέον προκαλέσει και ρήγματα στις σχέσεις του με άλλους μεγαλοποινικούς. Χωρίς όμως αυτό να εκτιμάται ότι μπορεί να σχετίζεται και με την δολοφονική επίθεση εναντίον του.

Ποιος ήταν ο Βασίλης Στεφανάκος

Φίλος της Συνομωσίας Πυρήνων της Φωτιάς, το όνομά του είχε εμπλακεί ακόμα και στην απόπειρα απόδρασης των Πυρήνων από τις φυλακές Κορυδαλλού, ενώ ακόμα και ο ίδιος δεν δίσταζε να δηλώνει δημόσια τη στενή του φιλία με το ηγετικό μέλος των Πυρήνων Χρήστο Τσάκαλο.

Πριν συλληφθεί εκκρεμούσαν σε βάρος του εντάλματα σύλληψης για ηθική αυτουργία σε δύο δολοφονίες στο Περιστέρι τον Αύγουστο το 2006, ενώ το όνομά του είχε εμπλακεί στην απόδραση του Αλκέτ Ριζάι από τις φυλακές μαζί με το Βασίλη Παλαιοκώστα, τον Ιούνιο του 2006 με ελικόπτερο από τον Κορυδαλλό. Παράλληλα, είχαν σχηματιστεί στο παρελθόν σε βάρος του δικογραφίες για σύσταση και συμμορία, εκβιάσεις και επικίνδυνες σωματικές βλάβες.

Η τελευταία καταδίκη του ήταν το Δεκέμβρη του 2006 σε 14,5 χρόνια κάθειρξη για την υπόθεση με τους 44 κατηγορούμενους για προστασία και λαθρεμπόριο. Είχε αποφυλακιστεί στις 12 Αυγούστου του 2016 με τον νόμο Παρασκευόπουλου.

Πώς εξαρθρώθηκε το μεγαλύτερο κύκλωμα εκβιαστών

H μεγαλύτερη υπόθεση εξάρθρωσης εκβιαστών που είχε απασχολήσει ποτέ την Ελληνική Αστυνομία εκτυλίχθηκε το 2002 με 44 συλλήψεις και ανάμεσά τους «μεγάλα κεφάλια». Στην υπόθεση αυτή ο Βασίλης Στεφανάκος θεωρήθηκε από την αστυνομία ο «βασιλιάς» των κυκλωμάτων εκβιαστών, ο οποίος σύμφωνα με τις Αρχές, μετά το ξεκαθάρισμα μεταξύ αντιπάλων ομάδων το καλοκαίρι του 2000 κατάφερε, με συνεργασίες, και πληρωμές, να ελέγξει σχεδόν ολόκληρο το Λεκανοπέδιο.

Όπως γράφει η Μίνα Καραμήτρου στο cnn.gr, στην ογκωδέστατη δικογραφία που συντάχθηκε από το Τμήμα Δίωξης Εκβιαστών περιγραφόταν η δράση των κυκλωμάτων εκβιαστών και μια σειρά από παράνομες ενέργειες, με κάθε λεπτομέρεια. Με συγκεκριμένες περιγραφές για λαθρεμπορία τσιγάρων και καυσίμων, σε εκβιασμούς καταστηματαρχών, σε συναλλαγές μεταξύ διαφόρων ομάδων εκβιασμών, σε ανθρωποκτονίες, σε απειλές και εκβιασμούς, σε πράξεις αντεκδίκησης, σε ξέπλυμα χρήματος. Αυτή η δικογραφία περιέγραφε όσο πιο γλαφυρά γινόταν ολόκληρο τον κόσμο του οργανωμένου εγκλήματος και τον τρόπο που λειτουργεί.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που περιείχε η τότε δικογραφία, ανακατατάξεις στο χώρο των «νονών» της νύχτας έγιναν στις αρχές του 2000, όταν ως αρχηγός της ομάδας εκβιαστών, που δραστηριοποιούνταν στις περιοχές Ελευσίνας, Ασπροπύργου, Χαϊδαρίου, Περιστερίου και Πειραιά ανέλαβε ο Βασίλης Στεφανάκος, ο οποίος φέρεται να «κληρονόμησε» την αρχηγία μετά τη δολοφονία του Θεμιστοκλή Παπαμάλη στις αρχές του 2000. Στην ομάδα αυτή, αρχηγικές θέσεις φέρεται να κατείχαν οι Αριστείδης Λακιώτης και Ιωάννης Σκαφτούρος.

Σύντομα και έπειτα από μια σειρά δολοφονιών το καλοκαίρι του 2000, η ομάδα Στεφανάκου κατέκτησε ηγετική θέση στο χώρο της νύχτας, συνεργαζόμενη με άλλες ομάδες εκβιαστών. Ειδικότερα, όπως αναφέρεται στη δικογραφία, ο Αλέξανδρος Κοσμόπουλος, αρχηγός άλλης ομάδας εκβιαστών, εισέπραττε 1,2 εκατομμύρια δρχ. το μήνα για να αφήνει ανενόχλητη την ομάδα Στεφανάκου. Αναφέρεται επίσης συνεργασία με την ομάδα του Γιώργου Τσακογιάννη, από την οποία η ομάδα Στεφανάκου φέρεται να αγόραζε όπλα, στο πλαίσιο της μεταξύ τους συνεργασίας.

Οι «μπράβοι»

Ως «μπράβοι» της ομάδας κατονομάζονται οι Σταύρος και Ανδρέας Παπαδημητρίου, ο Αντριάνο Κόλα, ο Ανάργυρος Δενζιρτζόγλου και κάποιος Αλβανός ονόματι Ηλίας, αγνώστων λοιπών στοιχείων. Αυτοί, όπως αναφέρεται από την αστυνομία, αναλαμβάνουν τους ξυλοδαρμούς, τις εισπράξεις και, γεινικότερα, τις βαριές δουλειές της ομάδας, σε περίπτωση που κάποιος καταστηματάρχης δεν δεχόταν τις εκβιαστικές απαιτήσεις.

Ο Ιωάννης Σκαφτούρος κατονομάζεται ως ο άνθρωπος που προσέγγιζε τους καταστηματάρχες και τους ζητούσε χρήματα για «προστασία». O Σταύρος Παπαδημητρίου αναφέρεται ως ο δράστης ρίψης χειροβομβίδας σε μπαρ στην Ελευσίνα. Ανάμεσα στα περιστατικά που καταγράφονται, υπάρχει και αυτό του κατά λάθος τραυματισμού του Ιωάννη Γαβάκη από τον Σταύρο Παπαδημητρίου το Πάσχα του 2001, όταν το όπλο του τελευταίου εκπυρσοκρότησε μέσα σε μπαρ στο Χαϊδάρι.

Τα περιστατικά που καταδεικνύουν το πόσο αδίστακτοι ήταν οι κατηγορούμενοι στη συγκεκριμένη υπόθεση είναι πολλά.

Σε εκείνη τη δικογραφία περιγραφεται περιστατικό τον Σεπτέμβριο του 2001 σε καφετέρια στην παραλία της Ελευσίνας, όπου ο Ιωάννης Σκαφτούρος απείλησε με όπλο αστυφύλακα, διότι ο τελευταίος απλώς κοίταξε προς το μέρος του. O αστυνομικός ειδοποίησε συναδέλφους του αλλά οι δράστες πρόλαβαν να φύγουν προτού το περιπολικό φθάσει στο σημείο.

Τον Αύγουστο του 2001, μέλη της ομάδας εκβιαστών επισκέφθηκαν μπαρ στο Δάσος Χαϊδαρίου. O πορτιέρης του καταστήματος παρενόχλησε τη φίλη του Αριστείδη Λακιώτη και τότε αυτός του επιτέθηκε, τον γρονθοκόπησε στο πρόσωπο και στο σώμα και στη συνέχεια, για εξευτελισμό, τον έγδυσε.

Πιστόλι στο στόμα

Σε ένα άλλο μπαρ της ίδιας περιοχής εκτυλίχθηκε ανάλογο περιστατικό με θύμα τον ιδιοκτήτη καντίνας. Το 1997, ο ιδιοκτήτης καντίνας είχε καταγγείλει τον Αριστείδη Λακιώτη στην αστυνομία, διότι είχε απαιτήσει από αυτόν να του καταβάλλει 200 χιλιάδες δρχ. μηνιαίως για την «προστασία» της καντίνας. Στην αρχή είχε υποκύψει και έδινε τα χρήματα. Κάποια στιγμή αποφάσισε να προχωρήσει στην καταγγελία.

Κατόπιν αυτού, τον Απρίλιο του 2000, ο Λακιώτης συνοδευόμενος από πέντε ακόμη άτομα, εντόπισαν τον ιδιοκτήτη της καντίνας σε μπαρ. Τον έβγαλαν έξω και κάποιος από την ομάδα τού έβαλε ένα πιστόλι στο στόμα και του είπε: «Εγώ καθάρισα και τον άλλο καντινιέρη στο Αιγάλεω, θα καθαρίσω και σένα». Στη συνέχεια, τον έγδυσαν, αφήνοντάς του μόνο τα εσώρουχα, του πήραν 2 εκατομμύρια δρχ. που είχε στο μπουφάν του και έφυγαν, αφού πρώτα τον απείλησαν ότι θα τον σκοτώσουν εάν πάει στην αστυνομία. Του είπαν επίσης ότι εάν δεν έκλεινε την καντίνα θα του την ανατίναζαν.

Με κάθε λεπτομέρεια περιγράφεται στη δικογραφία το λαθρεμπόριο τσιγάρων από τα μέλη της ομάδας Στεφανάκου. Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά, η εκφόρτωση των λαθραίων τσιγάρων γινόταν τέσσερις φορές την εβδομάδα από κάποιο μεγάλο πλοίο, το οποίο προερχόταν συνήθως από την Κύπρο. Το πλοίο αγκυροβολούσε στα ανοιχτά και τα τσιγάρα φορτώνονταν σε μεγάλες φουσκωτές λάντζες, ιδιοκτησίας του Βασίλη Στεφανάκου.

Στη συνέχεια, με τη συνοδεία φουσκωτών σκαφών της Ομάδας Υποβρυχίων Καταστροφών, διοικητής της οποίας ήταν ο Γιώργος Κολιτσόπουλος και τα οποία επάνδρωναν οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι λιμενικοί, Γεώργιος Μπάσταλης (είχε πάρει δώρο τη mercedes cabrio από τον Στεφανάκο), Βασίλης Κάραλης, Ευστράτιος Μπαμπαούσης, Ηλίας Γιαντσίδης και Κωνσταντίνος Χατζηδάκης, αλλά και άλλοι λιμενικοί, το λαθραίο φορτίο μεταφερόταν σε προκαθορισμένα σημεία, όπως οι παραλίες Ασπροπύργου, Ελευσίνας, Λουτρόπυργου, Λάκκας Καλογήρων στα Μέγαρα ή σε κάποιο εγκαταλελειμμένο πλοίο στον Ασπρόπυργο.Στη συνέχεια, μεταφερόταν σε προκαθορισμένα σημεία, όπως οι παραλίες Ασπροπύργου, Ελευσίνας, Λουτρόπυργου, Λάκκας Καλογήρων στα Μέγαρα ή σε κάποιο εγκαταλελειμμένο πλοίο στον Ασπρόπυργο.

Στη συνέχεια, τα τσιγάρα φορτώνονταν σε φορτηγά. Στην τότε δικογραφία περιγράφονταν και απίστευτα περιστατικά με εμπλοκή αστυνομικών. Ενας εκ των οδηγών των φορτηγών είναι ο Γιώργος Κοτρώτσος. Για να διασφαλισθεί ότι η φόρτωση των τσιγάρων θα γινόταν χωρίς «ενοχλήσεις», συχνά ο κατηγορούμενος αστυνομικός Αλέξανδρος Κόλλιας μετέβαινε στο σημείο με περιπολικό και τοποθετούσε στον χώρο αστυνομική ταινία, για να απομακρυνθούν τυχόν ευρισκόμενοι εκεί και να αποτραπεί η παρουσία άλλων. O Κόλλιας, όπως και ο συνάδελφός του Χρήστος Αθανασίου συνόδευαν με περιπολικά τα φορτηγά με τα λαθραία τσιγάρα, μέχρι να φύγουν από το Λεκανοπέδιο.

Ο Γιώργος Κοτρώτσος είχε συλληφθεί τον Μάρτιο του 2000 να μεταφέρει με νταλίκα με πλαστές πινακίδες δύο κοντέινερ, τα οποία περιείχαν μεγάλη ποσότητα λαθραίων τσιγάρων. Οπως είχε ομολογήσει, τα είχε παραλάβει από την παραλία Ασπροπύργου για να τα μεταφέρει στη Θήβα, χωρίς να πει άλλες λεπτομέρειες. Από τα στοιχεία που τώρα διαθέτουν οι αστυνομικοί, εκτιμούν ότι προορισμός των τσιγάρων ήταν η μάντρα αυτοκινήτων που διατηρεί ο Στεφανάκος στη Θήβα, με σκοπό τη φύλαξή τους και στη συνέχεια τη διανομή τους.

Αναφέρεται επίσης πως ο Στεφανάκος είχε δωρίσει στον λιμενικό Γεώργιο Μπάσταλη ένα πολυτελές Μερσέντες καμπριολέ, το οποίο έπειτα από λίγο καιρό αντάλλαξε με τζιπ της ίδιας μάρκας. Επιπλέον, υπάρχει μαρτυρία για παραλαβή από αστυνομικό μεγάλων χρηματικών ποσών από τον Στεφανάκο. Τα κέρδη από κάθε παράνομο φορτίο τσιγάρων ξεπερνούσαν τα 30 εκατομμύρια δρχ. O Βασίλης Στεφανάκος φέρεται να είχε πει, μιλώντας στα μέλη της ομάδας του σε περίπτωση που γίνονταν αντιληπτοί: «Ρίξτε στο ψαχνό, εμείς φυλακή δεν πάμε».

Την ώρα της σύλληψης στον Στεφανάκο βρέθηκαν δύο πιστόλια έτοιμα για χρήση, μία χειροβομβίδα, τριάντα εννιά σφαίρες, σακουλάκι με μικροποσότητα κοκαΐνης, έξι κινητά, δύο σουγιάδες, 640 ευρώ και πλαστή ταυτότητα φίλου του στην οποία είχε βάλει τη φωτογραφία του. Στις έρευνες στα σπίτια-κρησφύγετά του (Χαϊδάρι, Πεντέλη, Καλλιθέα, Ασπρόπυργο, Ναύπλιο, Βοιωτία), στα καταστήματά του και στο σταθμευμένο γιοτ του σε οικόπεδο σε νταμάρι στο Χαϊδάρι βρέθηκαν ακόμα: τρία αυτόματα Kalasnikov, δύο πολεμικά τουφέκια (το ένα με διόπτρα), μια καραμπίνα, ένας σιγαστήρας και 360 σφαίρες.