20.04.2018    04:05

Στο σφυρί βγαίνει το σπίτι του – Η άνοδος και η πτώση του «μίδα» του real estate Mπάμπη Βωβού

Τον είχαν χαρακτηρίσει «βασιλιά» της κτηματαγοράς. Ηταν ο «Μίδας» του real estate από το 1990 μέχρι και το 2008 γιατί ό,τι άγγιζε γίνονταν χρυσός.

Εκτισε δεκάδες επαγγελματικούς χώρους μετατρέποντας τη λεωφόρο Κηφισίας σε business road υψηλών προδιαγραφών. Επιχείρησε να γίνει βασιλιάς και στα εμπορικά κέντρα με ένα από τα μεγαλύτερα mall των Βαλκανίων που ξεκίνησε αλλά δεν ολοκληρώθηκε ποτέ.

Ενας από τους πλουσιότερους και πιο γνωστούς Ελληνες, βρίσκεται πλέον με το φάσμα του πλειστηριασμού ακόμη και της προσωπικής του ακίνητης περιουσίας.

Ο λόγος για τον Μπάμπη Βωβό, τον σημαντικότερο κατασκευαστή κτιρίων των τελευταίων ετών που κάποτε τον κατηγορούσαν για την αισθητική αυτών των ακινήτων που έμειναν γνωστά και ως «Βωβοκτίρια».

Ο κατασκευαστής των επαγγελματικών συγκροτημάτων θα δει στις 28 Μαρτίου τη βίλα του στο Παλαιό Ψυχικό να βγαίνει στο σφυρί με τιμή εκκίνησης τα 2,64 εκατ. ευρώ.

Το σπίτι των 650 τ.μ. σε οικόπεδο άνω του ενός στρέμματος, είναι από τα πιο ωραία κτίρια της περιοχής με πισίνα, μπαρ, μοναδικά καθιστικά, έξι κρεβατοκάμαρες κ.λπ. Αυτό το ακίνητο είναι φορτωμένο με πολλά βάρη και πολλές εταιρείες, τράπεζες ή ιδιώτες θέλουν να πουληθεί για να πάρουν μέρος των απαιτήσεών τους.

Κι όμως, ποιος θα περίμενε ότι ο Βωβός θα χάνει το προσωπικό του καταφύγιο. Μια απόφαση του ΣτΕ, ένας… κορμοράνος στον Βοτανικό, και πολλοί ακτιβιστές, μερικοί εκ των οποίων σήμερα είναι στην εξουσία, έβαλαν τη σφραγίδα για την αρχή του τέλους του Βωβού.

Η απόφαση που μπλόκαρε την κατασκευή του εμπορικού κέντρου στον Βοτανικό, σε συνδυασμό με τη διπλή ανάπλαση στη Λ. Αλεξάνδρας, ήταν το χτύπημα που ούτε ο ίδιος δεν περίμενε. Τα χρέη άρχισαν να τρέχουν, η κρίση στην κτηματαγορά προκάλεσε απώλεια εισοδημάτων, κτίρια άδειασαν, κάποιοι δεν πλήρωναν. Ετσι η εταιρεία του Βωβού άρχισε να παραπαίει, να πουλάει περιουσιακά στοιχεία για να ξεχρεώσει.

Τώρα, ήρθε η ώρα που ο ισχυρός άλλοτε κατασκευαστής Μπάμπης Βωβός, να χάσει ακόμη και το ίδιο του το σπίτι.

H αίτηση πτώχευσης της εταιρείας

Την πτώση της οικογένειας Βωβού, παρουσίασε πριν λίγα χρόνια ο Διονύσης Θανάσουλας στο πρώτο Θέμα.

Δείτε τι έγραφε για την περιπετειώδη ζωή της οικογένειας Βωβού:

«Ο Οκτώβριος του 2012 αποδείχτηκε ο πιο σκληρός για την οικογένεια του πάλαι ποτέ βασιλιά των γυάλινων πύργων Μπάμπη Βωβού και του γιου του Αρη, όταν κατέθεσαν την αίτηση πτώχευσης της εταιρείας. Ηταν το τέλος μιας αυτοκρατορίας στον χώρο των κατασκευών και μιας δυναστείας τα μέλη της οποίας έζησαν μεγάλες στιγμές glam στα χρόνια της υπερβολής, τότε όπου όλα φάνταζαν ιδανικά.

Κατά καιρούς έχουν ειπωθεί πάρα πολλά για τον Αρη Βωβό και την αδερφή του Αντα, τα δύο ίσως πιο προβεβλημένα μέλη της οικογένειας στον κοσμικό χάρτη των Αθηνών. Ο 52χρονος (2012) πλέον Αρης έχει αλλάξει πολύ σε ό,τι αφορά τις προτεραιότητές του, έχοντας αφήσει πίσω την glam ζωή που απολάμβανε τις ημέρες της παντοδυναμίας του μαζί με τη σύζυγό του Βίκυ. Τα επεισόδια της ζωής τους θα μπορούσαν άνετα να γραφτούν σε βιβλίο. Σε ένα από αυτά φημολογείται πως η παρέα του βρισκόταν στη Σαρδηνία, έχοντας νοικιασμένη θαλαμηγό 40 μέτρων, η οποία έδεσε στο Κάπρι. Οταν τον πληροφόρησαν ότι υπήρχε ένα καταπληκτικό μικρό εστιατόριο, του οποίου τα τραπέζια ήταν μονίμως κρατημένα από τον Αρμάνι, τον Καβάλι και έτερους διάσημους του διεθνούς jet set, ο Αρης χαμογέλασε και τους είπε: «Θα κλείσω τραπέζι για αύριο».

Οταν εκείνος συνάντησε τον μετρ και του ζήτησε τραπέζι, εισέπραξε την απάντηση ότι δεν υπάρχει διαθέσιμο. Η επόμενη κίνησή του ήταν να βγάλει 1.000 ευρώ από την τσέπη του. Ο μετρ τού είπε ότι δεν υπάρχει τραπέζι, τα 1.000 ευρώ έγιναν 1.500, ύστερα 2.000 και κατόπιν 2.500!

Μόνο όμως όταν έγιναν 3.000 τα ευρώ ο μετρ γύρισε και του είπε τι ώρα θέλει να δειπνήσουν αυτός και η παρέα του την επόμενη μέρα!

Χάρη στην οικονομική άνεση που είχαν οι γονείς του, ο Αρης Βωβός από μικρός εκδήλωσε την αγάπη του στην ταχύτητα, μια αγάπη που χρόνια αργότερα τον οδήγησε στην εγχώρια κορυφή των αγώνων ταχύτητας. Μετά το Βαρβάκειο Πρότυπο Λύκειο, συνέχισε τις σπουδές του στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, από όπου αποφοίτησε το 1992 πολιτικός μηχανικός. Την ίδια χρονιά άρχισε να εργάζεται στην οικογενειακή επιχείρηση, ενώ η συμμετοχή του σε αγώνες όπως το περίφημο Ράλλυ Ακρόπολις τον ανέδειξε σε έναν από τους ταχύτερους Ελληνες οδηγούς.

Αρης ο πρωταθλητής

Το φθινόπωρο του 2009 η Ελλάδα είχε αρχίσει να επεξεργάζεται την ιδέα ότι πρόκειται να βυθιστεί σε μια κρίση διαρκείας. Ο Αρης Βωβός, όμως, εξακολουθούσε να αρμενίζει σε τελείως διαφορετικά πελάγη. Ηταν η εποχή που παραλάμβανε το ολοκαίνουριο hi-tech πλωτό του ανάκτορο, ένα γιοτ που κατασκευάστηκε στην Ιταλία κατόπιν ειδικής παραγγελίας και κόστισε περί τα 11 εκατ. ευρώ. Πριν περάσει καν ένας χρόνος, η 40μετρη θαλαμηγός «Maria-Pia» θα αναζητούσε νέο ιδιοκτήτη. Ο Αρης όχι μόνο δεν πρόλαβε να απολαύσει όσο ονειρευόταν το σκάφος που έφερε το όνομα της μονάκριβης κόρης του, αλλά αναγκάστηκε να το πουλήσει σε τιμή πολύ κάτω από το ήμισυ του κόστους του. Περίπου όπως λένε αυτοί που γνωρίζουν στα 5,5 εκατομμύρια ευρώ. Αγοραστή ο Στέγκος του Πόστο Καρράς. Παρόμοια τύχη είχαν και τα αυτοκίνητα που συνέθεταν τον προσωπικό όρχο εξωτικών οχημάτων του: η συλλεκτική Carrera GT, ένα υπεραυτοκίνητο που κατασκεύασε η Porsche σε μόλις 1.270 μονάδες και εκποιήθηκε αντί κάποιων εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ που, σύμφωνα με φήμες, υπερβαίνουν κατά πολύ το μισό εκατομμύριο. Επίσης μία Ferrari F430, η οποία πουλήθηκε και αυτή, αφήνοντας τον Αρη να κυκλοφορεί με την ταπεινή Porsche Cayenne – πάντα ως επιβάτης. Ο σοφέρ ήταν απαραίτητος, καθώς εδώ και πολλά χρόνια ο υιός Βωβός προτιμούσε να αξιοποιεί τον νεκρό χρόνο των μετακινήσεων εργαζόμενος εν κινήσει. Φυσικά, τα αυτοκίνητα δεν ήταν μόνο αντικείμενο συλλογής για τον πρωτότοκο του Μπάμπη Βωβού.

Με τη Ferrari στην πίστα των Μεγάρων (4Τροχοι)

Όσο ο Bωβός λατρεύει τα ράλλυ, άλλο τόσο βαριέται τους αγώνες πίστας. «Mου αρέσει η εναλλαγή εικόνων, όχι η τελειότητα», λέει. Όνειρό του είναι να οδηγήσει Formula 1. «Aυτό που θα ήθελα περισσότερο, όμως, είναι να οδηγήσω ένα πραγματικό εργοστασιακό, την ώρα που έχει βγει ο οδηγός από την ειδική», μας λέει! Tο αίμα νερό γίνεται;
Πέρα από το αυτοκίνητο, δεν έχει άλλα χόμπι. Kαμία σχέση με τις τέχνες ή την τεχνολογία. Tα αεροπλάνα ή τα κλασικά αυτοκίνητα δεν τον συγκινούν. «Eίμαι πεζός άνθρωπος», λέει. «Έχω σκάφος και δεν ξέρω πώς δουλεύει. Δεν παίζω τένις, μπάσκετ ή ποδόσφαιρο. Mόνο με τη γυμναστική ασχολούμαι. Kαι το γκολφ μου αρέσει, και σε λίγα χρόνια έρχεται η εποχή του. Nα μεγαλώσουμε λίγο ακόμη»… Πώς γίνεται ένας άνθρωπος που κατεβαίνει με έκτες τις Kαρούτες να συγκινείται με ένα άθλημα για συνταξιούχους; «Eπειδή είναι η διαμετρικά αντίθετη αίσθηση: αυτή της ηρεμίας, της χαλάρωσης, του απόλυτου ελέγχου. Aν υπήρχαν γήπεδα στην Eλλάδα, θα ασχολούμουν!»
Λέμε να κάνουμε ένα διάλειμμα στη συζήτηση, για να μπούμε στην πίστα.

H κατακόκκινη 430 με τους μεταλλικούς δίσκους τι λέει; Kουκλάρα, τελεία και παύλα. Tο αυτοκίνητο έχει μόλις 600 χλμ. στο οδόμετρο και είναι παράλληλης εισαγωγής. «Για να μην περιμένω τους χρόνους παράδοσης των αντιπροσώπων, πάντα παραγγέλλω τα αυτοκίνητά μου μέσω ντίλερ. Πληρώνω κάτι παραπάνω και τα παίρνω σε 15-20 μέρες». Για την Carrera GT, που ήδη έχει παραγγείλει, θα πρέπει όμως να περιμένει. Tο κόστος της ξεπερνάει κατά πολύ τα 500.000 ευρώ! «Tελευταία το έχω παρακάνει», παραδέχεται…

H σχέση του με τα σπορ αυτοκίνητα ξεκίνησε με μια Porsche 924 πρώτης γενιάς: «Tης είχα αλλάξει τα φώτα», θυμάται. «Tο τι ψαλίδια, τι άξονες είχα στραβώσει! Tη βγάζαμε από το συνεργείο και την ίδια μέρα την κάναμε λιώμα»… Έπειτα αγόρασε μια 928, στη συνέχεια μια Ferrari 348 Spider, την οποία άλλαξε με μια F355, για να επιστρέψει στις Porsche αγοράζοντας μια 911 Turbo, την οποία έχει ακόμη. «Eίναι πολύ ωραίο αυτοκίνητο και πιο συμβατό με την ελληνική πραγματικότητα από τη Ferrari, τόσο από πλευράς δρόμων όσο και εντύπωσης. H Ferrari είναι παιχνίδι, χώρια που όπου και να πας γυρνάνε και σε κοιτάνε· κάτι που δε μ’ αρέσει. Mε την 911 περνάς πιο απαρατήρητος». Kάνουμε δύο γύρους στην πίστα σε σβέλτο ρυθμό. O οδηγός παραμένει πράος, παρ’ ότι τα πίσω λάστιχα δεινοπαθούν στις κλειστές δεξιές της πίστας. Aποφασιστικό μπάσιμο, γλίστρημα, γκάζι, ανάποδο με τη μία, και η συζήτηση συνεχίζεται. Tον ρωτάω για τα παιδικά του χρόνια. Πιτσιρικάς, όπως λέει, έπαιρνε το πορτοκαλί Renault 5 της μητέρας του και έκανε βόλτες στους χωματόδρομους, γύρω από το εξοχικό τους στη Mεσσηνία. Mετά, άρχισε να κάνει έκτροπα με τους κολλητούς του στο Ψυχικό. Mια φορά, είχε βάλει στοίχημα ότι θα μπει με 100 στην πλατεία με μια «τουρμπάτη» BMW 323i, αλλά έσκασε σε δέντρο. Έξαλλος ο μπαμπάς Bωβός! Ήταν ένα κακομαθημένο πλουσιόπαιδο ο υιός Bωβός; Δεν ενοχλείται από την ερώτηση. Aπαντά έμμεσα, περιγράφοντας το οικογενειακό του υπόβαθρο. O πατέρας του ήταν από φτωχή οικογένεια και, από τα οχτώ αδέρφια του, ήταν ο μόνος που πήγε και σπούδασε στην Aθήνα Πολιτικός Mηχανικός. «Eίναι πολύ χαμηλού προφίλ ακόμη και τώρα», λέει ο ¶ρης. «Eνδιαφερόταν μόνο να είμαι καλός μαθητής και ήμουν καλός μαθητής. Πήγα στο Bαρβάκειο, τελείωσα με 19,5 και μπήκα 10ος στο πανεπιστήμιο. Στα άλλα θέματα ήταν πιο χαλαρός»…

Tο χρήμα αρκεί;
Oι περισσότεροι άνθρωποι παραπονιόμαστε, επειδή δεν έχουμε όσα θέλουμε. Ένας Bωβός όχι. Aλήθεια, το χρήμα είναι πανάκεια ή μήπως σου στερεί το κίνητρο να πετύχεις στόχους; «Σίγουρα», απαντά ο συνομιλητής μας, ενώ αγκαλιάζει για ακόμη μια φορά την κόρη του. «Γιατί όταν -δόξα τω Θεώ- έχεις την πολυτέλεια να έχεις τα πάντα, δεν έχεις όραμα το να αποκτήσεις κάτι. Oραματίζεσαι όμως να βελτιωθείς σε κάτι, γι’ αυτό και οι αγώνες είναι σημαντικοί. Γιατί εκεί έχεις ένα κίνητρο, έναν ανταγωνισμό, αγωνίζεσαι επί ίσοις όροις, και θέλεις να πετύχεις κάτι καλύτερο απ’ τον αντίπαλο. Eπαγγελματικά δε στόχοι υπάρχουν πάντα, θα πρέπει να υπάρχουν».

Στη δουλειά του ο Aρμόδιος είναι στη φάση που σιγά σιγά αναλαμβάνει πλήρη αρμοδιότητα στη θέση του πατέρα του. Aυτό είναι που τον απασχολεί περισσότερο, όπως μας λέει. Όσο μιλάμε είναι απόλυτα ήρεμος. Eίναι έτσι πάντα; «Όχι! Eίμαι αρκετά αγχώδης, νευρικός. Eίμαι σε μια ασταθή -όπως λέγαμε στο πανεπιστήμιο- ισορροπία, η οποία λίγο να διαταραχτεί μου δημιουργείται αμέσως αβεβαιότητα. Kαι αυτό θεωρώ ότι είναι ένα από τα ελαττώματα του χαρακτήρα μου».

Oδηγούσε όπως ζούσε: με εκρήξεις

Ο Αρης υπήρξε ένας από τους πιο επιτυχημένους οδηγούς ράλι στην ελληνική ιστορία του σπορ, με έξι πανελλήνια πρωταθλήματα και δεκάδες θριάμβους, μεταξύ των οποίων η μοναδική διάκριση της νίκης στο Ράλλυ Ακρόπολις το 1995. Μολονότι τη συγκεκριμένη χρονιά απουσίαζαν τα αστέρια του Παγκόσμιου Πρωταθλήματος και η τύχη βοήθησε αρκετά τον Αρη, η κατάκτηση του εντός έδρας αγώνα ήταν μια στιγμή μεγάλης εθνικής υπερηφάνειας. «Στα ράλι ο Βωβός οδηγούσε όπως ζούσε: με εκρήξεις», σχολιάζει πολύπειρος παράγοντας των μηχανοκίνητων σπορ και συνεχίζει: «Ωστόσο, ιδιαίτερα στην αρχή της καριέρας του, είχε πολλά ατυχήματα και, βέβαια, όταν κάτι δεν πήγαινε καλά ή δεν κέρδιζε στόλιζε τους συνεργάτες του με τόνους από… γαλλικά». Ο Αρης Βωβός μεσουράνησε στα ελληνικά ράλι από το 1994 και εξής, παίρνοντας τη σκυτάλη από τον «Τζίγγερ» Γιάννη Βαρδινογιάννη. Τα αυτοκίνητα με τα οποία έτρεχε ήταν κατά κανόνα μακράν καλύτερα όλων των υπολοίπων, σε τέτοιο βαθμό, μάλιστα, ώστε αναγκάστηκε να μη χρησιμοποιεί τα τέρατα του Παγκόσμιου Πρωταθλήματος (WRC) και να επιλέξει ένα όχημα χαμηλότερων προδιαγραφών ώστε να έχει συναγωνισμό. Κανείς δεν πρόκειται να αμφισβητήσει ποτέ ότι ο Αρης ήταν «χεράς», ήταν δηλαδή άξιος, γρήγορος και παράτολμος. Εκτός όμως από χέρια και ψυχή, είχε και ένα πρακτικά απεριόριστο πορτοφόλι: η ενοικίαση ενός αυτοκινήτου κορυφαίας κατηγορίας, μαζί με την ομάδα των μηχανικών και οτιδήποτε άλλο απαιτείται για μια αξιοπρεπή παρουσία σε ένα ράλι, ανέρχεται συχνά σε ποσά άνω των 100.000 ευρώ. «Ο Αρης δεν είχε πρόβλημα να δίνει τόσα και περισσότερα για να τρέξει στην Ελλάδα ή το εξωτερικό», σχολιάζει φίλος του Αρη Βωβού: «Τα γκάζια ήταν ένα από τα μεγάλα του πάθη, απ’ όταν ήταν μικρός και τον κυνηγούσε ο κύριος Μπάμπης να μην κάνει ταρζανιές στις πλατείες της Φιλοθέης, να μην τον μαζεύει κάθε τόσο η Αστυνομία κ.λπ. Εξάλλου, τι ήταν 100.000-150.000 ευρώ για κάποιον που μπορεί σε μια βραδιά να ξόδευε 50.000 ευρώ στα μπουζούκια;».

H Άντα βωβού  ζούσε συντροφιά με την τεράστια γκαρνταρόμπα της

«Η Αντα πάντα έψαχνε να βρει τον δικό της ρόλο. Δεν ήταν δυναμική, ούτε δραστήρια. Δεν είχε  όνειρα, ούτε ξεχώριζε σε κάτι. Ακόμα και στη Νομική Σχολή που πέρασε δεν πήγε ποτέ γιατί δεν την ενδιέφερε. Πήγαινε κάποιες φορές στα γραφεία της επιχείρησης, αλλά χωρίς να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες. Αφού, λοιπόν, δεν βρήκε ποτέ τον δικό της ρόλο στην οικογένεια, αποφάσισε να κινηθεί στο περιθώριο. Ζούσε στον δικό της κόσμο», περιγράφει άνθρωπος που τη γνωρίζει καλά. Και στον κόσμο της Αντας δεν χωρούσαν ούτε επαγγελματικές φιλοδοξίες, ούτε όνειρα για γάμους και παιδιά. Στο σπίτι της στο Κεφαλάρι, σε ένα τεράστιο οίκημα 1.000 τ.μ. -σε οικόπεδο όπου μοιραζόταν αντίστοιχης έκτασης μια μεζονέτα με τη μικρότερη και αθόρυβη αδελφή της Νάταλι- ουσιαστικά ζούσε συντροφιά με την τεράστια γκαρνταρόμπα της. Είναι άλλωστε μνημειώδεις οι κανιβαλιστικές της επιδρομές σε διάσημους οίκους του εξωτερικού, από τους οποίους σχεδόν εξαφάνιζε τα πανάκριβα εμπορεύματα. Σχεδόν χρειαζόταν κοντέινερ για να μεταφέρει όλη εκείνη την πραμάτεια στην Αθήνα. Τουλάχιστον τρεις φορές τον χρόνο πήγαινε στο Μιλάνο για να ανανεώσει την γκαρνταρόμπα της, εκτός των δεκάδων άλλων όπου ταξίδευε με ολιγομελή παρέα για λόγους αναψυχής.

Είτε πήγαινε για σκι στο Saint Moritz -αγαπημένο της χειμερινό προορισμό-, είτε για ολιστικές χαλαρωτικές θεραπείες με ινδικά βότανα και έλαια στο «Τaj exotica Resort & Spa» ή σε εκείνο του «Four Seasons» στις Μαλδίβες, η Αντα ξόδευε αφειδώς για τον εαυτό της και τους φίλους της. Ρώμη και Νέα Υόρκη ήταν επίσης αγαπημένοι προορισμοί της Αντας Βωβού, στους οποίους κατέφθανε συνταξιδεύοντας συνήθως μαζί με τον γνωστό σχεδιαστή Μιχάλη Μανιάτη ή την Τζένη Χρυσογόνου-Κουμαντάρου, κληρονόμο γνωστής επιχειρηματικής οικογέ­νειας. Μαζί με την τελευταία, μάλιστα, και ενώ ήδη το 2009 οι καμπάνες της κρίσης είχαν αρχίσει να χτυπούν εκκωφαντικά από την Αμερική, απαθανατίστηκαν στο αεροδρόμιο «Ελ. Βενιζέλος» με ένα θεόρατο βουνό από αποσκευές, μετά την επιστροφή τους από τη Ρώμη. Οι δύο κυρίες μάλιστα είχαν σπεύσει να φωτογραφηθούν ντυμένες με πανάκριβες γούνες στην είσοδο του πολυτελούς «Hotel de Russie», το ακριβότερο τότε της Ρώμης.

Υπάλληλοι αλλά και ταξιδιώτες έγιναν αυτόπτες μάρτυρες των δύο εντυπωσιακών γυναικών να σέρνουν σε τρέιλερ περίπου 50 βαλίτσες φορτωμένες με τις τελευταίες κολεξιόν αγαπημένων τους οίκων όπως οι YSL, Chanel, Gucci και Prada. Το συγκεκριμένο «σαφάρι», σύμφωνα με τις φημολο­γίες, ξαλάφρωσε τον οικογενειακό κορβανά των Βωβών κατά περίπου 300.000 ευρώ.

Η Αντα Βωβού με τη φίλη της Τζένη Χρυσογόνου-Κουμαντάρου έξω από το πολυτελές «Hotel de Russie», ένα από τα ακριβότερα ξενοδοχεία της Αιώνιας Πόλης, την οποία οι δύο φίλες επισκέπτονταν τακτικά και γύριζαν πίσω με δεκάδες βαλίτσες γεμάτες ρούχα

«Πάνω από το πτώμα μου,  J.LO»

Αντίθετα από την Αντα, η οποία σύχναζε στις χιονισμένες ελβετικές πλαγιές, ο Αρης και η σύζυγός του Βίκυ, δεν είχαν στη λίστα των προτιμήσεών τους τούς χειμερινούς προορισμούς. Τα ταξίδια, όταν εκείνος δεν νοίκιαζε κάποιο ιδιωτικό τζετ ώστε να πεταχτεί μέχρι το Λας Βέγκας και να τζογάρει στην πράσινη αμερικάνικη τσόχα, έφερναν το ζεύγος Βωβού σε κάποιο νησί της Καραϊβικής.

Σε μία από αυτές τις εκδρομές, στο κοσμοπολίτικο Saint Barth, τους συνόδευσαν ο Θωμάς και η Νατάσα Λιακουνάκου. Οπως είναι αυτονόητο, εκτός από τη χαλάρωση στα πολυτελή καταλύματα, οι κυρίες φρόντισαν να ενημερωθούν για τις εξελίξεις στην υψηλή ραπτική. Μπαίνοντας, λοιπόν, στην τοπική μπουτίκ Versace, μία από τις δύο ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα ένα συγκεκριμένο φόρεμα. Η τιμή του, όσο εξωπραγματική και αν ήταν, δεν αποτελούσε κανένα απολύτως πρόβλημα. Το εμπόδιο στην απόκτησή του ήταν μια άλλη κυρία που έτυχε να λιμπιστεί την ίδια τουαλέτα, μια γυναίκα με μπρονζέ επιδερμίδα και το αισθησιακό τουπέ της Λατίνας: η Τζένιφερ Λόπεζ αυτοπροσώπως! Ακολούθησε ένα ελληνοαμερικανικό ξεκατίνιασμα -είτε με την κυρία Βωβού, είτε με την κυρία Λιακουνάκου, αναλόγως ποια από τις δύο πιστεύει κανείς-, καθώς έκτοτε αλληλοκατηγορούνται για το επεισόδιο που δημιουργήθηκε με την J.Lo. Οσο για το πού κατέληξε η δημιουργία του Versace, αυτό αποτελεί μυστήριο, είναι όμως εξαιρετικά απίθανο να ξέφυγε από τα ελληνικά χέρια.

Κατά τι λιγότερα φέρεται να ξόδευε η εντυπωσιακή αδελφή του Αντα, μια extreme προσωπικότητα της κοσμικής Αθήνας, η οποία πλέον είναι άλλος άνθρωπος. Οι εποχές όπου επέστρεφε από την Ιταλία με τριάντα βαλίτσες γεμάτες ψώνια έχουν περάσει ανεπιστρεπτί, όπως και οι νύχτες όπου κατέλυε στο «Hotel de Russie» της Ρώμης. Η μεζονέτα της στο Κεφαλάρι νοικιάστηκε, μεγάλο μέρος της γκαρνταρόμπας της με διάσημες υπογραφές πουλήθηκε, ενώ η ίδια μένει πλέον σε διαμέρισμα και κυκλοφορεί ελάχιστα. Οσο για τον Αρη, πολύ σπάνια πια θα τον δει κάποιος έξω, και αυτό πάντα με τη σύζυγό του Βίκυ και κάποιο φιλικό ζευγάρι να απολαμβάνουν ένα ποτό ή το φαγητό τους σε κάποιο στέκι της Κηφισιάς.

Νύχτες στο Λας Βέγκας

Και για εκείνον εξάλλου οι νύχτες στα καζίνο του Λας Βέγκας έχουν παρέλθει, εκεί όπου σύμφωνα με τον αστικό μύθο μπήκε πριν από πολλά χρόνια στην prive αίθουσα, χώρο στον οποίο κάθε παίκτης πρέπει να παίξει τουλάχιστον 1 εκατ. δολάρια. Το ζευγάρι μαζί με την κόρη τους Μαρία-Πία κατοικεί σε έπαυλη που παραπέμπει σε παλάτσο της Ιταλικής Αναγέννησης στο Κεφαλάρι, με διακόσμηση που κάποιοι τη χαρακτηρίζουν «κραυγαλέα» ενώ άλλοι μιλάνε για «εξαιρετικής αισθητικής αποτέλεσμα».

Οι γονείς του Αρη Βωβού διατηρούν πολύ πιο χαμηλό προφίλ. Ο πατέρας του, ένας πολύ συγκεντρωτικός άνθρωπος, δεν είναι πια ο αγέρωχος κατασκευαστής.
Η σύλληψή του τον Νοέμβριο του 2012 για χρέη προς το Δημόσιο, οι οικονομικές δυσκολίες και ο κίνδυνος να χάσει την εκπληκτική κατοικία του Ψυχικού όπου διαμένει τον επηρέασαν ψυχολογικά, χωρίς να μείνει αλώβητη και η υγεία του. Αυτή την περίοδο ελάχιστοι άνθρωποι έρχονται σε επαφή μαζί του πέρα από τα παιδιά του.

Η άλλη αδελφή του Αρη, η Ναταλί Βωβού, η οποία απείχε συστηματικά από το κοσμικό γαϊτανάκι, εξακολουθεί να διατηρεί πολύ χαμηλό προφίλ. Στα χρόνια της ευδαιμονίας είχε επιλέξει να έχει ενεργό ρόλο στην εταιρεία, εν αντιθέσει με την εκκεντρική -όπως την έχουν χαρακτηρίσει πολλές φορές- αδελφή της Αντα, στην οποία πιστώνονται κάποιες από τις πλέον εντυπωσιακές εμφανίσεις σε κοσμικά πάρτυ. Αλησμόνητη φυσικά θα μείνει η φωτογράφησή της για το περιοδικό «ΚΛΙΚ», όταν γυμνή μέσα σε μια μπανιέρα φορούσε μόνο τις γόβες της, αποδεικνύοντας, αν μη τι άλλο, ότι κάνει πράγματα που άλλες κυρίες του ευρύτερου κοσμικού χώρου δεν θα διανοούνταν. Σήμερα η οικογένεια του Μπάμπη Βωβού, του ανθρώπου που ήθελε να γίνει ο βασιλιάς των γυάλινων κτιρίων -και σε μεγάλο βαθμό το κατάφερε-, έχει προσαρμοστεί στα δεδομένα μιας ζωής και μιας πραγματικότητας που μάλλον δεν περίμενε ποτέ να βιώσει.


Η εξόφληση του χρέους δίνει μια ανάσα στην οικογένεια Βωβού, και ειδικά στον Αρη Βωβό και τη σύζυγό του Βίκυ, που έχουν εξαφανιστεί κυριολεκτικά από τα κοσμικά δρώμενα μετά την κατάρρευση του τομέα των κατασκευών και το καταστροφικό, όπως αποδείχθηκε, project του Βοτανικού


H Αντα Βωβού, μια extreme προσωπικότητα της κοσμικής Αθήνας, πλέον είναι άλλος άνθρωπος. Οι εποχές όπου επέστρεφε από την Ιταλία με τριάντα βαλίτσες γεμάτες ψώνια έχουν περάσει ανεπιστρεπτί, όπως και οι νύχτες όπου κατέλυε στο «Hotel de Russie» της Ρώμης 


Το project του Βοτανικού μπορεί να ξεκίνησε ως το πιο φιλόδοξο σχέδιο για την εταιρεία, αλλά οδήγησε τελικά στην πτώχευσή της 


Ο Μπάμπης Βωβός με τη σύζυγό του Μαίρη


Ο έρωτας του Μπάμπη Βωβού με το γυαλί εκφράστηκε περίτρανα στα κτίρια-θηρία της Κηφισίας, στην οροφή των οποίων δεσπόζει το όνομά του

Ο Μπάμπης Βωβός, ένας πολύ συγκεντρωτικός άνθρωπος, δεν είναι πια ο αγέρωχος κατασκευαστής. Η σύλληψή του τον Νοέμβριο του 2012 για χρέη προς το Δημόσιο, οι οικονομικές δυσκολίες και ο κίνδυνος να χάσει την εκπληκτική κατοικία του Ψυχικού όπου διαμένει τον επηρέασαν ψυχολογικά, χωρίς να μείνει αλώβητη και η υγεία του

Ο άνθρωπος που άλλαξε τη δόμηση

Όσοι γνωρίζουν τον Μπάμπη Βωβό, μιλάνε για έναν «ιδιαίτερο» και πάρα πολύ γοητευτικό άνθρωπο. Σκληρός όταν πρόκειται για τη δουλειά ακόμα και με τα τρία του παιδιά (τον Άρη, την Ναταλί και την Άντα) αλλά και άνθρωπος που μαγνητίζει τους συνομιλητές. Ο ίδιος ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του ’50 να κατασκευάζει ακίνητα. Ήταν η χρυσή εποχή της οικοδομής για την Ελλάδα, η οποία συνεχίστηκε και μετά την πτώση της χούντας. Παρ΄ ολίγον αγροφύλακας, ο κ. Βωβός δεν ακολούθησε τον δρόμο που του υπέδειξε ο πατέρας του, αλλά το Πολυτεχνείο στις αρχές της δεκαετίας του 1950. Στο πλαίσιο της άσκησής του εργάστηκε για πρώτη φορά στο γραφείο «Νικολαΐδης και Καλφόπουλος» επί της οδού Στουρνάρη, ενώ στα 24 χρόνια του συνεταιρίστηκε με δύο Μυκονιάτες στον χώρο της πώλησης ακινήτων. Διαδοχικά ταξίδια στις ΗΠΑ του δημιούργησαν πραγματική εμμονή με το γυαλί στα κτίρια. Στις αρχές της Μεταπολίτευσης έστησε τη δική του εταιρεία, την Μπάμπης Βωβός- Διεθνής Τεχνική. Σε μια περίοδο όπου κεντρικός πυρήνας όλων των διοικητικών υπηρεσιών ήταν το Σύνταγμα ο κ. Βωβός αρχίζει να κτίζει στη λεωφόρο Κηφισιάς. Η σχέση του με τον πρώην δήμαρχο Αμαρουσίου κ. Π.Τζανίκο θα θεωρηθεί υπεύθυνη για την αλλοίωση της φυσιογνωμίας της πόλης και θα ανοίξει τον κύκλο προσφυγών στο ΣτΕ, πολλές από τις οποίες εκκρεμούν έως σήμερα. Η μεταφορά του συντελεστή δόμησης μετέτρεψε την εταιρία σε αυτοκρατορία, τόσο που κάποιοι αποκαλούν «Βωβούπολη» ή «Βωβοκιστάν» την λεωφόρο Κηφισίας.Πολύ τολμηρός ως επιχειρηματίας, πήρε μεγάλα δάνεια και έκανε πρωτόγνωρες κατασκευές στην Αθήνα, βασισμένες στα αμερικανικά πρότυπα. Ουσιαστικά, το άστρο του επιχειρηματία έγινε πιο λαμπερό στη δεκαετία του ’80. Ηταν η εποχή που η λεωφόρος Κηφισίας έμοιαζε σχεδόν με οποιοδήποτε άλλο μεγάλο δρόμο, αν εξαιρέσουμε την ελκυστική όχθη του Ψυχικού και της Φιλοθέης.Χρειάστηκαν λίγα χρόνια για να γίνει η Κηφισίας αυτό που είναι σήμερα, ο πιο high profile εμπορικός δρόμος της πρωτεύουσας. Και η εταιρεία του μεγαλύτερου developer στο χώρο του real estate έβαλε τη σφραγίδα της ανεξίτηλα στη νέα φυσιογνωμία της λεωφόρου: με τον πρώτο «ουρανοξύστη» των βορείων προαστίων, το «Atrina Center» (1980), τα εμπορικά συγκροτήματα του «Agora» (1987) και του «Polis» (1995), το γκλάμορους «Monumental Plaza» (1999). Ξαφνικά αυτός ο δρόμος γίνεται το επιχειρηματικό κέντρο της Αττικής κι ας φωνάζουνε οι οικολόγοι για τους «ουρανοξύστες» του Βωβού. Είναι η περίοδος εκσυγχρονισμούς της Αθήνας, μια περίοδος δυναμική για την οικονομία μας.

«Δεν είναι αρχιτέκτονας. Είναι μπακάλης»!

Η αναγνωρίσιμη επιγραφή «babis vovos» που ξεπροβάλλει πάνω από κάθε νέα κατασκευή της εταιρείας έγινε γρήγορα κόκκινο πανί για το αρχιτεκτονικό κατεστημένο. Το θέμα ήταν κατ’ αρχήν ιδεολογικό: οι πολύ «αμερικάνικες», εξωστρεφείς, επιδεικτικές προσόψεις δεν ταίριαζαν με τις ευαισθησίες των ακαδημαϊκών κλασικιστών του Πολυτεχνείου. «Ο Βωβός δεν είναι αρχιτέκτονας. Είναι …μπακάλης και businessman» έλεγαν οι οπαδοί της ορθοδοξίας. Η εμφανής απαξίωση των κτιρίων του έγινε ιδεολογικό ρεύμα και πήρε ισοπεδωτικά χαρακτηριστικά: ό,τι ήταν Βωβός δεν ήταν αρχιτεκτονική και η Αθήνα εξελίσσεται σε «βωβούπολη». Όμως ξεκάθαρα εκείνοι που μιλούσαν απλά ζήλευαν. Κι αυτό διότι όσα κι αν έχουν γραφτεί εις βάρος του Μπάμπη Βωβού ο ίδιος βρισκόταν στην πρωτοπορία. Η δαιμονοποίηση του Μπάμπη Βωβού συνδέεται και με την εμπλοκή του σε αναπτύξεις που τον έφεραν σε σύγκρουση με τοπικές κοινωνίες ή κομματικούς φορείς, όπως στην κατασκευή κτιρίων γραφείων σε ό,τι απέμεινε από το κτήμα Θων στους Αμπελοκήπους (γωνία Αλεξάνδρας και Κηφισίας) καθώς και στην πρόσφατη ιστορία του εμπορικού κέντρου στον Ελαιώνα.

Η κόπωση

Πάντως η εταιρεία μετά το 2000 παρουσιάζει κόπωση. Αντί να στραφεί στο τουριστικό real estate, όπως πίεζε ο Άρης Βωβός κυρίως, εξακολουθεί να μιλά για αναπτύξεις στην Αθήνα. Κι αυτό διότι ο κουρασμένος Μπάμπης Βωβός δεν βλέπει τις αλλαγές που έρχονται. Αλλαγές και ως προς τη δόμηση και ως προς το κρίσιμο σκέλος των επιχειρήσεων του. Τη χρηματοδότηση. Η οικογενειακή λειτουργία της εταιρείας, η αργοπορία επένδυσης σε τρίτες αγορές και το γεγονός πως ο Μπάμπης Βωβός αρνιότανε πεισματικά να εκχωρήσει στους κοντινούς του ανθρώπους αρμοδιότητες (χαρακτηριστικό είναι το γεγονός πως ο Άρης Βωβός ακόμα και δημόσια δεν λάμβανε το λόγο εάν ο πατέρας του δεν του το επέτρεπε) καθυστέρησαν την πρόοδο του ομίλου.