Του Ιωάννη Π. Α. Ιωαννίδη Κορυφαίοι επιστήμονες και άλλες παραμυθίες"/>
23.05.2019    15:05

Του Ιωάννη Π. Α. Ιωαννίδη
Κορυφαίοι επιστήμονες και άλλες παραμυθίες

Η ενασχόληση με καταλόγους κορυφαίων επιστημόνων εξελίσσεται σε σπορ ικανής δημόσιας απήχησης στην Ελλάδα. Μακάρι η ελληνική κοινωνία επιτέλους να εμπνευστεί από επιστημονικά πρότυπα αριστείας. Ειδάλλως, όλοι σχεδόν οι άλλοι ήρωές της είναι κίβδηλοι. Τι ομορφότερο όραμα από μια χώρα ατμομηχανή επιστήμης, παιδείας και προόδου! Δυστυχώς, όμως, διάφορες δημοσιότητες για κορυφαίους επιστήμονες εξυπηρετούν κυρίως άλλους στόχους. Πρωτίστως συντηρούν τον μύθο ότι τα κατεστραμμένα ελληνικά πανεπιστήμια παραμένουν ισχυρά. Ταυτόχρονα, φαυλοκράτες που τα έχουν καταστρέψει (π.χ. πρυτάνεις και πολιτικοί) οικειοποιούνται ανερυθρίαστα τους επαίνους.

Υπάρχει ευρύτατη άγνοια για το τι σημαίνουν τα δεδομένα επιστημονικής απήχησης. Ακραίες παρερμηνείες ενδημούν. Π.χ., προσφάτως υπήρχε ενθουσιασμός επειδή στη λίστα Highly Cited Researchers (HCR) του 2018 συγκαταλέγονται «14 Ελληνες πανεπιστημιακοί». Το άρθρο της «Καθημερινής» κατέληγε: «Η διάκριση αυτή αντανακλά και στα ιδρύματα των διακριθέντων πανεπιστημιακών. Παράλληλα, αναδεικνύεται για μία ακόμη φορά το υψηλό επίπεδο του έμψυχου δυναμικού των πανεπιστημίων μας».

Η HCR περιλαμβάνει 6.000 επιστήμονες. Ποσοστό μόλις 0,23% (14/6.000) δεν είναι τιμητικό. Ακόμα και μία μόνη σχολή ενός αρκετά καλού πανεπιστημίου π.χ. η ιατρική σχολή Baylor, διαθέτει από μόνη της 15 επιστήμονες στην ίδια λίστα. Η γειτονική Τουρκία, όπου οι πανεπιστημιακοί απολύονται και φυλακίζονται μαζικά, διαθέτει 15, η κακομοίρα Μαλαισία 21, η Κορέα 59, η Σιγκαπούρη με μόλις 5 εκατομμύρια πληθυσμό έχει 80. Ολες αυτές οι χώρες παλιότερα βρίσκονταν πίσω από την Ελλάδα. Τώρα μας προσπέρασαν, ορισμένες τις ψάχνουμε με τα κιάλια. Τα δεδομένα που εμφανίστηκαν στον Τύπο αποσιωπούν ότι από τους επιστήμονες ελληνικής καταγωγής με υψηλή απήχηση, βρίσκεται στο εξωτερικό το 80-95% (αναλόγως πώς ορίζεται η υψηλή απήχηση).

Διαρροές

Ακόμα και από τους 14 που δήθεν παραμένουν στην Ελλάδα, υπάρχουν ήδη περαιτέρω διαρροές. Π.χ. η κ. Σαλαντή που εμφανίζεται ως καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων αναγκάστηκε δυστυχώς να παραιτηθεί πέρυσι – διαπρέπει πλέον στην Ελβετία. Αλλοι έγιναν συμβασιούχοι σαουδαραβικών πανεπιστημίων που χρυσοπληρώνουν μεταγραφές καθηγητών. Αλλοι ημι-μετακόμισαν στην Κύπρο.

Τέσσερις από τους 14 έχουν συνταξιοδοτηθεί. Με την επικίνδυνη γήρανση του ελλαδικού πανεπιστημιακού δυναμικού, μόνο δύο είναι κάτω από 45 ετών: η κ. Σαλαντή που εξαναγκάστηκε να ρίξει μαύρη πέτρα και ο κ. Δημήτρης Ρακόπουλος που δεν διαθέτει πανεπιστημιακή θέση. Παρεμπιπτόντως, είναι ενδιαφέρον ότι και οι 10 δημοσιεύσεις του κ. Ρακόπουλου με τη μεγαλύτερη απήχηση στο Google Scholar είναι συνδημοσιεύσεις με τον πατέρα του, ομότιμο καθηγητή του ΕΜΠ που επίσης συγκαταλέγεται στη λίστα HCR. Ο πλέον ευρύτατα γνωστός από τους 14 είναι ο κ. Δημόπουλος, πρύτανης ΕΚΠΑ.

Κάθε λίστα απήχησης έχει μειονεκτήματα εμφανή σε ειδικούς, αλλά συγκαλυπτόμενα στους δημοσιογραφικoύς εορτασμούς. Π.χ. η HCR δεν λαμβάνει υπόψη ποια είναι η συνεισφορά του κάθε επιστήμονα στις δημοσιεύσεις μεγάλης απήχησης. Δεν διαφοροποιεί αν κάποιος δημοσιεύσει κάτι αξιόλογο μόνος του, ή με κύρια συνεισφορά ανάμεσα σε άλλους συν-συγγραφείς, ή απλώς ως δευτερεύον μέλος ομίλου πολλών ερευνητών. Από τους 14 επιστήμονες, οι 4 είναι σχεδόν αποκλειστικά συν-συγγραφείς δημοσιεύσεων με πληθώρα συγγραφέων. Ο συγγραφικός πληθωρισμός, παγκόσμιο φαινόμενο, ευδοκιμεί και στην Ελλάδα. Συχνά βλέπουμε πλέον εργασίες με άφθονα ονόματα όπου μόνο ένας-δύο πραγματικά πληρούν τα κριτήρια Vancouver που απαιτούνται ώστε να είναι κάποιος πραγματικός συγγραφέας. Προκύπτουν τερατουργίες μεγαλόσχημων βιογραφικών. Παρατηρεί π.χ. κάποιος καθηγητές να επιταχύνουν απίστευτα την παραγωγικότητά τους αιφνιδιαστικά, σαν να τους έγινε μεταμόσχευση εγκεφάλου. Οταν η μεταμόσχευση εγκεφάλου γίνεται μάλιστα σε όψιμες ηλικίες, δεν ξέρεις πλέον αν το θέαμα είναι αποκαρδιωτικό ή ξεκαρδιστικό.

Σε ορισμένα γνωστικά πεδία οι επιστήμονες έχουν συμφωνήσει ότι η ευρύτερη ερευνητική ομάδα θα καταλογραφείται σε κάθε δημοσίευση. Αυτός π.χ. είναι ο συμφωνημένος κανόνας στο CERN όπου γίνονται τα τόσο σημαντικά πειράματα φυσικής. Ολα τα μέλη του CERN αξίζουν έπαινο, αλλά δεν μπορείς να καταμετρήσεις εργασίες και αναφορές για τον κάθε ένα ξεχωριστά. Σε κάθε άρθρο εμφανίζονται μέχρι και χιλιάδες ονόματα. Πρόκειται για καταλόγους μελών, κάτι σαν καταχωρίσεις τηλεφωνικού καταλόγου, όχι παραδοσιακοί συγγραφείς που γράφουν τη μελέτη. Η HCR δικαιολογημένα δεν καταμετρά τουλάχιστον τις δημοσιεύσεις τέτοιων υπερ-ομάδων. Αλλες αξιολογήσεις όμως, όπως της Webometrics, που επίσης έγινε ανάρπαστη στον ελλαδικό Τύπο, δεν μπαίνουν στον κόπο να τις ξεχωρίσουν. Δυστυχώς, στην ελλαδική βιομηχανία κατασκευής φήμης, αυτό αγνοήθηκε. Το αποτέλεσμα είναι ότι με τυμπανοκρουσίες ανακοινώθηκε ότι «ο κατάλογος με τους 1.000 επιστήμονες που έχουν τη μεγαλύτερη επιρροή παγκοσμίως με τις δημοσιεύσεις τους, περιλαμβάνει 19 ελληνικής καταγωγής καθηγητές πανεπιστημίου και ερευνητές. Από αυτούς, οι εννέα εργάζονται σε ΑΕΙ και ερευνητικά κέντρα της Ελλάδας». Στην πραγματικότητα, αν αφαιρεθούν οι υπερ-ομάδες του CERN, μένουν 11 (αντί για 19) επιστήμονες ελληνικής καταγωγής. Μόνο ένας από τους 11 βρίσκεται στην Ελλάδα, ο κ. Χρούσος που έχει πλέον συνταξιοδοτηθεί από το ΕΚΠΑ και που επιτέλεσε το σημαντικότερο έργο του στην Αμερική.

Ενα άλλο μειονέκτημα της λίστας HCR είναι ότι ενώ καταμετρά τον αριθμό δημοσιεύσεων που βρίσκονται στο κορυφαίο 1% του γνωστικού πεδίου, δεν ζυγίζει διαφορετικά τις δημοσιεύσεις αν ανήκουν στο 1%, στο 0,1% ή στο 0,001%. Μια δημοσίευση δεν είναι και τόσο δύσκολο να φτάσει στο 1% σήμερα, όταν κυκλοφορεί τόση σαβούρα με δεκάδες εκατομμύρια δημοσιεύσεων. Ως αποτέλεσμα, μερικοί από τους πλέον κορυφαίους επιστήμονες του αιώνα, όπως ο νομπελίστας κ. Πισσαρίδης ή ο γνωστός φυσικός Χιγκς (Higgs) δεν συγκαταλέγονται στη HCR, γιατί έχουν δημοσιεύσει μόνο λίγες ή και μόνο μία δημοσίευση που ήταν τεράστιας απήχησης. Ντουζίνες δημοσιεύσεις του 1% δεν μπορούν όλες μαζί να συγκριθούν ούτε κατά διάνοια με αυτή τη μία εργασία.

Ας εστιάσουμε στις 21 δημοσιεύσεις της περιόδου 2011-2018 που είχαν τη μεγαλύτερη απήχηση και διέθεταν τουλάχιστον ένα συγγραφέα με διεύθυνση στην Ελλάδα και επιπλέον ο πρώτος συγγραφέας ήταν ελληνικής καταγωγής (βλ. πίνακα). Γρήγορα διαπιστώνουμε ότι σε αρκετές από αυτές ο πρώτος συγγραφέας βρισκόταν στο εξωτερικό, όταν δημοσιεύθηκε η εργασία. Από αυτούς που ήταν στην Ελλάδα όταν δημοσιεύθηκε η εργασία, κι άλλοι έχουν φύγει στο εξωτερικό στο μεταξύ. Από τους επιστήμονες του πίνακα, σήμερα μόνο 7 έχουν θέση καθηγητή σε ελληνικό πανεπιστήμιο, ένας έχει θέση σε ΤΕΙ, μία έχει θέση ερευνήτριας στο ΙΤΕ, και 3 έχουν θέσεις που δεν είναι καθηγητικές από όσο μπορεί να βρει κανείς στο Διαδίκτυο. Ακόμα και για τους ικανότερους Ελληνες ερευνητές που έχουν αποδείξει ότι μπορούν να έχουν μέγιστη απήχηση δουλεύοντας από την Ελλάδα, η χώρα συνήθως δεν έχει θέση να τους προσφέρει.

Μόνο μία από τις 21 δημοσιεύσεις υψηλότατης απήχησης του πίνακα αναφέρει οποιαδήποτε χρηματοδότηση από ελληνικό φορέα. Η επιστήμη στην Ελλάδα αγωνίζεται με νύχια και με δόντια παρά την απουσία τοπικής χρηματοδότησης. Αυτές οι συνθήκες διαμορφώνουν και τους τύπους έρευνας και ακαδημαϊκής προσπάθειας που μπορούν να επιβιώσουν σε ένα στείρο περιβάλλον, δηλαδή κυρίως συνθετικές εργασίες ανασκόπησης παρά έργα που χρειάζονται σημαντική υλικοχρηματική επένδυση.

Ραγδαία πτώση

Τα τελευταία έτη, η πτώση είναι ραγδαία. Με δεδομένα του 2018 μέχρι τον Νοέμβριο, η υποστροφή της Ελλάδας σε αριθμούς επιστημονικών δημοσιεύσεων στην παγκόσμια κατάταξη συνεχίζεται. Φέτος, μάλιστα, μας προσπέρασε και το τριτοκοσμικό Πακιστάν με τα 1.600 δολάρια κατά κεφαλήν ΑΕΠ. Σε οικτρές συνθήκες, ακόμα και άριστοι ερευνητές στην Ελλάδα είτε ναρκώνονται επιστημονικά είτε γίνονται κομπάρσοι διεθνών σχηματισμών. Στις δημοσιεύσεις του 2017-2018 που συμπεριλαμβάνουν συγγραφείς από ελληνικά ιδρύματα, καμιά από τις 25 που έχουν τη μεγαλύτερη απήχηση δεν έχει κύρια διεύθυνση αλληλογραφίας από ελληνικό ίδρυμα.

Σε όσους συμπεριλαμβάνονται σε λίστες κορυφαίων επιστημόνων αξίζουν θερμά συγχαρητήρια, ακόμα και αν τα πειστήριά τους είναι τόσο άνισα, όπως περιέγραψα παραπάνω. Ομως, δοξαστικές ζητωκραυγές όταν η ελλαδική επιστήμη ουσιαστικά ξεψυχά είναι γκροτέσκ. Οι λίστες γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης για φτηνά συμφέροντα. Πολλοί που τις διαβάζουν με θετικό πρόσημο προσπαθούν να δοξαστούν με το έργο άλλων. Αντιθέτως, όσοι ασκούν κριτική στα χάλια του δημόσιου πανεπιστημίου κινδυνεύουν να γίνουν απλώς υλικό προπαγάνδας στα χέρια ιδιοτελών που σερβίρουν ιδιωτικά πανεπιστήμια σαν πανάκεια, πάλι για αλλότρια συμφέροντα, άσχετα με επιστήμη, παιδεία, και πρόοδο.

Η ζοφερή πραγματικότητα γίνεται ζοφερότερη. Το έχω επαναλάβει: υπάρχουν πάμπολλοι ήρωες πανεπιστημιακοί στην Ελλάδα και υποκλίνομαι μπροστά στην επιμονή τους υπό αδιανόητες αντιξοότητες. Θα μπορούσα να αναφέρω εκατοντάδες επιστήμονες με ταλέντο και δυνατότητες. Αν θέλουμε να τους σεβαστούμε πραγματικά και να στηρίξουμε όσους αξίζουν, πρέπει να δούμε την αλήθεια κατάματα. Ας μην παραμυθιάζουμε εαυτούς και αλλήλους.

* Ο κ. Ιωάννης Π.Α. Ιωαννίδης είναι καθηγητής παθολογίας, έρευνας και πολιτικής υγείας, επιστημών δεδομένων και στατιστικής στο Πανεπιστήμιο Στάνφορντ των ΗΠΑ. Το τελευταίο του βιβλίο «Μετά τα αφύσικα» δημοσιεύθηκε πρόσφατα από τις εκδόσεις Κέδρος. To άρθρο του δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή