14.12.2019    23:16

ΔΝΤ: Βλέπει υψηλότερη ανάπτυξη, αλλά αμφισβητεί τον δημοσιονομικό στόχο του 2020 – Συστήνει χαμηλότερα πλεονάσματα

Μία έκθεση που επιμένει μεν στην ανάγκη για χαμηλότερα πλεονάσματα και περιλαμβάνει βελτίωση κάποιων προβλέψεων για την οικονομία όπως υψηλότερο πλεόνασμα φέτος (στο 3,7% από 3,5% του ΑΕΠ προηγουμένως) και οριακά ισχυρότερη ανάπτυξη (κατά 0,1% το 2020), αλλά αφήνει πολλές αιχμές για την επιτυχία των δημοσιονομικών και των αναπτυξιακών στόχων, κοινοποίησε σήμερα το ΔΝΤ. Περιλαμβάνει επίσης επισημάνσεις για τις μεταρρυθμίσεις και το χρέος, ζητά κατάργηση της προστασίας α’ κατοικίας και αλλαγή μείγματος πολιτικής, προκαλώντας σκληρή απάντηση της κυβέρνησης μέσω του εκπροσώπου της στο Ταμείο για μία έκθεση που βασίζεται στο παρελθόν και υποτιμά τις θετικές εξελίξεις στην ελληνική οικονομία.

Αναλυτικά, την ανάγκη μείωσης των πρωτογενών πλεονασμάτων σε συμφωνία με τους θεσμούς της ΕΕ μεταφέρει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στην έκθεσή του για την ελληνική οικονομία η οποία δόθηκε σήμερα στη δημοσιότητα. Ωστόσο, όπως αναφέρεται, κατά τη διάρκεια της συζήτησης της εν λόγω έκθεσης στο Διοικητικό Συμβούλιο του Ταμείου την προηγούμενη Τετάρτη υπήρχαν κράτη – μέλη τα οποία εκφράστηκαν κατά αυτή της κίνησης, ζητώντας να διατηρηθεί η συμφωνία του Eurogroup ώστε να διαφυλαχθεί η βιωσιμότητα του χρέους.

Στην έκθεση του ΔΝΤ γίνεται λόγος για «επίτευξη συναίνεσης με τους ευρωπαίους εταίρους σχετικά με χαμηλότερα πρωτογενή πλεονάσματα που θα παράσχουν πρόσθετο δημοσιονομικό χώρο για πολιτικές κοινωνικής ένταξης και ανάπτυξης, αλλά δεν θα υποκαταστήσουν τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις. Καλύτερος προγραμματισμός για τους φορολογικούς κινδύνους, μαζί με έναν μηχανισμό εξομάλυνσης που θα επιτρέπει προσωρινές αποκλίσεις από τους δημοσιονομικούς στόχους σε περίπτωση σοκ, θα βοηθούσε».

«Τρύπα» το 2020

Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στην εν λόγω έκθεση εκτιμά ότι υπερκαλύπτεται ο δημοσιονομικός στόχος για φέτος (3,7% του ΑΕΠ πρωτογενές πλεόνασμα, βελτιώνοντας την πρόβλεψη κατά 0,2% έναντι των προηγούμενων εκτιμήσεών του) αλλά κάνει σαφές ότι αυτό δεν θα καταστεί εφικτό το 2020 (3,1% πρωτογενές πλεόνασμα) ούτε στη συνέχεια (2,7% με 2,2% πρωτογενές πλεόνασμα από το 20221 έως το 2024), λόγω των ασκούμενων πολιτικών. Πρόκειται για μία θέση με την οποία δεν διαφωνεί μόνο η Αθήνα αλλά και η Επιτροπή που έχει ήδη έχει ήδη επιβεβαιώσει την επίτευξη του στόχου το 2020 και το 2021.

Αναφέρει επιπλέον ότι προκειμένου να καλύψει η κυβέρνηση τον στόχο μπορεί να επαναλάβει και τον επόμενο χρόνο την επιλογή της υποεκτέλεσης του προϋπολογισμού Δημοσίων επενδύσεων.

«Παρά τη δέσμευση της κυβέρνησης για ένα πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ για το 2020, το ΔΝΤ προβλέπει πως το πρωτογενές πλεόνασμα θα μειωθεί στο 3% του ΑΕΠ στο πλαίσιο των τρεχουσών πολιτικών» εκτιμώντας επίσης ότι τα μέτρα εξισορρόπησης «είναι ανεπαρκή ή / και εξαιρετικά αβέβαια.»

Προβαίνει επίσης σε πολύ συντηρητικές εκτιμήσεις για τον ρυθμό ανάπτυξης τώρα αλλά και μακροχρόνια, για τα οφέλη στο κόστος δανεισμού και στη βιωσιμότητα του χρέους από την αλλαγή συνθηκών στην αγορά ομολόγων, αλλά και για την επάρκεια των παρεμβάσεων μείωσης των NPLs και για τον  εμπροσθοβαρή χαρακτήρα των μεταρρυθμίσεων.

Η έκθεση βιωσιμότητας δείχνει «κινδύνους για τη μεσοπρόθεσμη βιωσιμότητα, συμπεριλαμβανομένης της πιθανής ασθενέστερης ανάπτυξης, των χαμηλότερων πρωτογενών πλεονασμάτων ή / και της υλοποίησης των ενδεχόμενων υποχρεώσεων» όπως είναι οι αποφάσεις του ΣτΕ, αναφέρει το Ταμείο.

Κριτική ασκεί και για το εργασιακό, επιμένοντας στη διεύρυνση της φορολογικής βάσης και στη μείωση της δαπάνης για συντάξεις ώστε να αλλάξει το «μείγμα» πολιτικής και να γίνει πιο αναπτυξιακό.

Σκληρή απάντηση της Ελλάδας

Η ελληνική πλευρά  μέσω του εκπροσώπου στο ΔΝΤ Μιχάλη Ψαλιδόπουλου και της επιστολής του (που περιλαμβάνεται στο πακέτο εκθέσεων που σήμερα ανακοινώθηκαν) προέβη σε μια ιδιαίτερη έντονη απάντηση, αναφέροντας ότι  η έκθεση του Ταμείου δίνει υπερβολική έμφαση στο παρελθόν και σε προκλήσεις και υποτιμά τις θετικές πρόσφατες εξελίξεις οι οποίες βελτιώνουν σημαντικά τις προοπτικές – τόσο τις βραχυπρόθεσμες όσο και τις μεσοπρόθεσμες – της ελληνικής οικονομίας. Όπως επισημαίνεται  είναι σαφές ότι οι ελληνικές αρχές υποεκτιμούν ότι οι οικονομικές προοπτικές της χώρας μας είναι πολύ πιο ευνοϊκές από ό,τι περιγράφονται στην έκθεση του ΔΝΤ.

Καλείται μάλιστα το Ταμείο στις επόμενες εκθέσεις του να προχωρεί σε πολύ πιο ισόρροπη αποτίμηση και να δίδεται μεγαλύτερη έμφαση στο μέλλον.

Αναφέρεται σε περιγραφές του Ταμείου που είναι ανακριβείς και δεν συνιστούν μια ισορροπημένη εκτίμηση των οικονομικών εξελίξεων στην Ελλάδα κατά την εποχή του προγράμματος.

Η ελληνική πλευρά επισημαίνει ότι η κυβέρνηση «έχει την ιδιοκτησία της μεταρρυθμιστικής της ατζέντας και έχει εκλεγεί με εντολή να την εφαρμόσει και ως εκ τούτου υπάρχει ισχυρή κοινωνική συναίνεση».

Επισημαίνεται επίσης ότι «οι αναπτυξιακές και δημοσιονομικές προβλέψεις των ελληνικών αρχών, όπως αναφέρονται στο σχέδιο Προϋπολογισμού για το 2020 είναι πολύ πιο αισιόδοξες» από αυτές που εκτιμά το ΔΝΤ.

Η ελληνική πλευρά εκτιμά επίσης ότι η αξιολόγηση της βιωσιμότητας του δημόσιου χρέους από το ΔΝΤ «είναι εξαιρετικά απαισιόδοξη, διότι δεν λαμβάνει υπόψη την εντονότατη μείωση των αποδόσεων των ελληνικών ομολόγων και των επιτοκίων δανεισμού που παρατηρήθηκαν τους τελευταίους δεκαοκτώ μήνες και ειδικότερα τους τελευταίους τρεις μήνες». Το ΔΝΤ εκτιμά ότι από το 2,8% θα υποχωρήσει μόνο στο 2,4% το κόστος δανεισμού του ελληνικού δημοσίου σε μακροχρόνια βάση…

Η ελληνική πλευρά μέσω του εκπροσώπου της καταλήγει στην τοποθέτησή της ότι  «παρά τα πλεονεκτήματά της, η έκθεση δίνει υπερβολικά μεγάλο βάρος στο παρελθόν και στις προκλήσεις και υποτιμά τις πρόσφατες θετικές εξελίξεις που βελτιώνουν σημαντικά τις βραχυπρόθεσμες και μεσοπρόθεσμες προοπτικές της ελληνικής οικονομίας. Συνολικά, αναφέρεται ότι «σύμφωνα με την εκτίμηση των ελληνικών αρχών, που επιβεβαιώνεται από τις εξελίξεις στην αγορά, οι ελληνικές οικονομικές προοπτικές είναι πολύ πιο ευνοϊκές από αυτές που παρουσιάζονται στην Έκθεση».

Στην ανάλυση του μεταξύ άλλων το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο αναφέρει ότι:

* Η οικονομική ανάκαμψη της Ελλάδας συνεχίζεται, αλλά απέχει πολύ από τις προσδοκίες. Η νέα κυβέρνηση που εκλέχθηκε τον Ιούλιο δεσμεύτηκε να ακολουθήσει πολιτικές υπέρ της ανάπτυξης, ενώ ταυτόχρονα τήρησε τις δημοσιονομικές και διαρθρωτικές πολιτικές δεσμεύσεις της προς τα κράτη μέλη της ευρωζώνης, αλλά η ικανότητά της να αντιμετωπίσει τα κεκτημένα συμφέροντα δεν έχει ακόμη δοκιμαστεί.

* Το δημόσιο χρέος προβλέπεται ότι θα ακολουθήσει καθοδική τάση κατά την επόμενη δεκαετία, αν και η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα δεν διασφαλίζεται βάσει ρεαλιστικών μακροοικονομικών δημοσιονομικών υποθέσεων.

* Είναι πολύ σημαντικό να εφαρμοσθεί επιτυχώς το «σχέδιο Ηρακλής». Οι αδύναμοι ισολογισμοί των τραπεζών δρουν ως εμπόδιο στις προοπτικές ανάπτυξης και δημιουργούν σημαντικούς κινδύνους δημοσιονομικής και χρηματοπιστωτικής σταθερότητας. Αυτοί και άλλοι παράγοντες αφήνουν την Ελλάδα ευάλωτη σε μια σειρά από εξωτερικές και εγχώριες διαταραχές. Για τις τράπεζες αναφέρεται επίσης ότι η αναδιάρθρωση των δανείων έχει καθυστερήσει λόγω της κακής κουλτούρας πληρωμών, του ανεπαρκούς πλαισίου αφερεγγυότητας και της απροθυμίας των τραπεζών να προσφέρουν βιώσιμες λύσεις αναδιάρθρωσης. Το πλαίσιο αφερεγγυότητας αδυνατεί να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά το θέμα του ιδιωτικού χρέους, που οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στις θεσμικές ανεπάρκειες και, στην περίπτωση της αφερεγγυότητας των νοικοκυριών, σε κακή νομική σχεδίαση. Οι ηλεκτρονικές δημοπρασίες δεν αποθαρρύνουν τους στρατηγικούς παραβάτες. Το ποσοστό επιτυχίας των ηλεκτρονικών δημοπρασιών εξακολουθεί να είναι χαμηλό (οι ιδιώτες είναι σπάνιοι και το 85% των ηλεκτρονικών δημοπρασιών καταλήγει ξανά στις τράπεζες) και οι τράπεζες ισχυρίζονται ότι το νομικό πλαίσιο έχει καταστρατηγηθεί.

*  Η ανάπτυξη επέστρεψε στην Ελλάδα, αλλά μέχρι στιγμής έχει πέσει κάτω από τις προσδοκίες. Η ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας θα φτάσει στο 2,3% το 2020 για να υποχωρήσει στη συνέχεια σε ρυθμό μόλις 0,9% από το 2023 και μετά. Σε ειδικό υπόμνημα «τρέχει» ένα σενάριο ισχυρών μεταρρυθμίσεων που θα φέρουν μακροχρόνια ανάπτυξη 1,4%.

Καταγράφει πιέσεις στις προοπτικές ανάπτυξης από τις δυσμενείς δημογραφικές ιδιαιτερότητες και τη χαμηλή παραγωγικότητα (σε ειδικό πίνακα καταγράφεται και το πολύ μεγάλο άνοιγμα στο εξωτερικό ισοζύγιο της χώρας, το οποίο αναφέρεται ως το μεγαλύτερο από τα εξεταζόμενα κράτη).

* Αναφέρει ότι οι βραχυπρόθεσμοι κίνδυνοι είναι σημαντικοί, όπως οι εμπορικοί πόλεμοι και η ασθενέστερη παγκόσμια ανάπτυξη, οι καθυστερήσεις στις οικονομικές μεταρρυθμίσεις και η περαιτέρω επιδείνωση στους ισολογισμούς των τραπεζών.

* Για το μείγμα πολιτικής και για τη συζήτηση που έγινε σε επίπεδο ΔΣ αναφέρεται ότι  ζητήθηκαν πιο φιλόδοξες προσπάθειες για τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης και για τη βελτίωση της συμμόρφωσης αναφορικά με  την πληρωμή των φόρων. Συστήθηκε μετατόπιση των προτεραιοτήτων προς περισσότερες επενδυτικές δαπάνες και στοχοθετημένες κοινωνικές δαπάνες. Κάποια μέλη του ΔΣ πρότειναν μείωση πλεονασμάτων σε συνεννόηση με τους εταίρους της ΕΕ. Ωστόσο, «αρκετά άλλα μέλη» αναφέρεται πως «τόνισαν την ανάγκη για τήρηση του στόχου» με στόχο τη βιωσιμότητας του χρέους.

* Στο τραπεζικό πεδίο εξέφρασαν την ικανοποίησή τους για τους πιο φιλόδοξους στόχους μείωσης των NPE, επισημαίνοντας ότι το σχέδιο Ηρακλής μπορεί να προσφέρει σημαντική στήριξη. Ωστόσο σύστησαν την υιοθέτηση «μιας πιο ολοκληρωμένης, φιλόδοξης και καλά συντονισμένης στρατηγικής» με περαιτέρω βελτιώσεις στο νομικό πλαίσιο, συμπεριλαμβανομένης της νομοθεσίας περί αφερεγγυότητας και την «εξάλειψη της προστασίας 1ης κατοικίας προκειμένου να ενισχυθεί η πειθαρχία στις πληρωμές».

* Οι εκδόσεις ομολόγων και το πακέτο ελάφρυνση του χρέους αύξησαν το μαξιλάρι διαθεσίμων σε 32 δισ. Ευρώ (17% του ΑΕΠ) αλλά το ΔΝΤ  εκτιμά ότι θα μειωθεί το απόθεμα αυτό κατά 19 δισ. Ευρώ έως το 2024.

Η ελληνική πλευρά, για τις συστάσεις περί αλλαγής μείγματος πολιτικής αναφέρει ότι αυτό δεν θα απαιτούσε περικοπές στις συντάξεις ή μείωση του αφορολόγητου. Χαιρέτησε την υποστήριξη του ΔΝΤ για μείωση  του στόχου περί πρωτογενούς πλεονάσματος και τόνισε πως είναι βέβαιη η επίτευξη του στόχου περί πρωτογενούς πλεονάσματος στο 3,5% του ΑΕΠ το 2020.

Επανέλαβε τη δέσμευση για πρόβλεψη έναντι σεναρίου αρνητικών δημοσιονομικών και οικονομικών εξελίξεων αλλά και  δημοσιονομικών κινδύνων.

Επίσης η ελληνική πλευρά επανέλαβε την πρόθεσή της να βελτιώσει  το μείγμα των δημοσιονομικών πολιτικών, διαθέτοντας τα δύο τρίτα ή οποιοδήποτε πρόσθετο δημοσιονομικό χώρο για μειώσεις φόρων και τα υπόλοιπα σε  στοχοθετημένες κοινωνικές και επενδυτικές δαπάνες.

Οι ελληνικές αρχές σύμφωνα με το ΔΝΤ δήλωσαν ότι θα επιδιώξουν την αναγκαία προσαρμογή στο συνταξιοδοτικό σύστημα αφού εξετάσουν λεπτομερώς την πρόσφατη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας σχετικά με τη συνταγματικότητα των μεταρρυθμίσεων του 2016 και μετά τη διενέργεια των αναγκαίων αναλογιστικών μελετών.

Οι 6 κίνδυνοι για την οικονομία και 1 θετική εξέλιξη
Σύμφωνα με το ΔΝΤ 6 κίνδυνοι παραμένουν στην οικονομία αλλά και ένα ενδεχόμενο για καλύτερες επιδόσεις.

1. Μία συνέχιση των καθυστερήσεων ή αναστροφή στις μεταρρυθμίσεις που είχαν εφαρμοστεί προηγουμένως (πχ λόγω ΣτΕ) ή λόγω αδυναμίας να αντιμετωπιστούν τα κεκτημένα συμφέροντα. Αντιθέτως, αν η μεταρρυθμιστική ορμή επιταχυνθεί και διατηρηθεί θα ενθαρρύνει περαιτέρω τη θετική τάση και την εμπιστοσύνη των επενδυτών.

2. Καθυστερήσεις στην επαρκή εξυγίανση του ισοζυγίου των τραπεζών θα υπονομεύσουν την ανάκαμψη. Θα προκαλέσουν  επιδείνωση του κλίματος  μεταξύ των επενδυτών  και των καταθετών.

3.  Ανεπαρκής εξωτερική ζήτηση, το Brexit ή οι ανησυχίες σχετικά με ορισμένες χώρες υψηλού κινδύνου. Καθυστέρηση σε επενδύσεις και εξασθένιση  εμπιστοσύνης.

4. Αύξηση των ασφαλίστρων κινδύνου. Το πρόσφατο ράλι της αγοράς μπορεί να έχει προσελκύσει επενδυτές που υπόκεινται σε απότομες αλλαγές τάσης.

5. Αυξημένος προστατευτισμός λόγω των εμπορικών πολέμων με δυσμενείς συνέπειες στο εμπόριο, στο κλίμα εμπιστοσύνης και στη μεταβλητότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών.

6. Εντατικοποίηση των γεωπολιτικών εντάσεων που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε κοινωνικοοικονομικές διαταραχές και μεγαλύτερη μετανάστευση στην Ελλάδα. Θα μπορούσαν να θέσουν  την κοινωνική  συνοχή σε κίνδυνο, να μειώσουν τον τουρισμό και να θέσουν σε  πίεση τον προϋπολογισμό.