20.01.2020    11:56

Κωνσταντίνος Καραμανλής: Ο τελευταίος μεγάλος Έλληνας πολιτικός (εικόνες & video)

Κορυφαίος Έλληνας πολιτικός, με καθοριστική συμβολή στον οικονομικό και πολιτικό εκσυγχρονισμό της χώρας. Ένα από τα σπουδαιότερα επίτευγμά του είναι η είσοδος της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, σημερινή Ευρωπαϊκή Ένωση.

Διετέλεσε τέσσερις φορές Πρωθυπουργός της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας και δύο φορές Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας.

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες πολιτικούς, με όραμα για την Ελλάδα το οποίο και αγωνίστηκε να υλοποιήσει σε ολόκληρη της πολιτική του καριέρα.

Το πολιτικό στίγμα του Καραμανλή

Ο Καραμανλής προήλθε από την αντιβενιζελική παράταξη που εξέφραζε το συντηρητικό ρεύμα της ελληνικής κοινωνίας. Όταν ανέλαβε όμως ηγετικό ρόλο, τον Οκτώβριο του 1955, ο παραδοσιακός αντιβενιζελισμός είχε υποστεί ήδη ουσιώδεις μεταβολές και είχε μετεξελιχτεί σε μία νέα συντηρητική παράταξη, αυτή που είναι πιο κοινά γνωστή ως η δεξιά της ελληνικής πολιτικής. Ήδη από το 1945 ο Καραμανλής, νέος πολιτικός χωρίς ιδιαίτερες ηγετικές αξιώσεις τη δεδομένη στιγμή, ήταν έντονα προβληματισμένος γι’ αυτό που έβλεπε ως αδυναμία της παράταξής του, αλλά και του πολιτικού συστήματος στο σύνολό του, να παραγάγουν πολιτική στρατηγική προσαρμοσμένη στις περιστάσεις του μεταπολεμικού κόσμου και ιδιαίτερα της Ελλάδας, που μαστιζόταν από τη σκληρή πόλωση μεταξύ της αριστεράς και των αστικών πολιτικών δυνάμεων.

 

«Η ηγεσία μας έχασε σε τέτοια έκταση το αίσθημα του καθήκοντος, ώστε να θεωρήται επικίνδυνη για το μέλλον του τόπου, ενώ ο λαός μας, ένας λαός που αντιμετώπισε πάντοτε με νοσηρό συναισθηματισμό τα πολιτικά του προβλήματα, κατατρέχεται ήδη από ψυχώσεις. Είμαι βέβαιος πως ούτε η Δεξιά ούτε η Αριστερά -τι παρεξήγησις αλήθεια στον τόπο μας και μ’ αυτούς τους όρους- θα ήθελαν να είναι εκεί που βρίσκονται, αν μπορούσαν να καθορίσουν λογικά τη θέση τους… Ο πολύς κόσμος πιστεύει πως κερδίζοντας τις εκλογές και το δημοψήφισμα σώζει την υπόθεσή του. Αυτό όμως δεν είναι ολότελα αληθές. Γιατί δεν είναι αρκετό να κερδίσωμε τις εκλογές. Πρέπει να τις κερδίσωμε κατά τρόπον ώστε να γίνουμε ικανοί να αντιμετωπίσωμε τη μετεκλογική περίοδο που θάναι ίσως δυσκολώτερη από τη σημερινή».

 

Ο Καραμανλής κατανοούσε ότι τα Δεκεμβριανά είχαν ωφελήσει πολιτικά το Λαϊκό Κόμμα, αλλά αναρωτιόταν: «Όταν όμως θάχη σβήσει η εντύπωση από τα Δεκεμβριανά και θάχη τερματισθή η εθνική μας κρίση, τι θα είναι εκείνο που θα μας συνδέση με τη λαϊκή ψυχή;»[36].

 

Το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967 και η επταετής δικτατορία μετέβαλαν πλήρως το πλαίσιο και την έμφαση του πολιτικού λόγου του Καραμανλή, και η συντηρητική παράταξη μετακινήθηκε από την εθνικοφροσύνη και τον αντικομμουνισμό και εστιάστηκε στην οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη της χώρας στο ευρωπαϊκό πλαίσιο.

 

Η συντηρητική παράταξη της οποίας ηγήθηκε ο Καραμανλής ήταν παρεμβατική. Το ισχυρό και αποτελεσματικό κράτος είχε κεντρική σημασία στον πολιτικό λόγο του Καραμανλή και αποτελούσε εργαλείο για την επίτευξη της οικονομικής ανάπτυξης. Το αναπτυξιακό έλλειμμα προέκυπτε και από τη στενότητα φυσικών πόρων, αλλά κατά τον Καραμανλή το βασικό πρόβλημα συνίστατο στην πολιτική αστάθεια, συνέπεια της φατριαστικής πολιτικής κουλτούρας, μιας ενδιάθετης τάσης για πολυδιάσπαση.

 

Η κυβέρνηση Καραμανλή παρενέβη και κρατικοποίησε επιχειρήσεις που ήδη ανήκαν στο ιδιωτικό κεφάλαιο. Την κυβερνητική πρακτική άρθρωσε και συνόψισε σε πολιτικό λόγο ο Καραμανλής στο πρώτο συνέδριο της Νέας Δημοκρατίας, στη Χαλκιδική, το Μάιο του 1979. Η Νέα Δημοκρατία, τόνιζε, υπερέβαινε τις παραδοσιακές διακρίσεις σε δεξιά-κέντρο-αριστερά.

 

Η επιδίωξη του Καραμανλή να αποχρωματίσει τη Νέα Δημοκρατία από την ταύτιση με τη δεξιά είναι αξιοσημείωτη, αν και ανεπιτυχής. Πέραν του τακτικού στοιχείου, η προσπάθεια σχετικοποίησης της παραδοσιακής κατάταξης των πολιτικών δυνάμεων στον άξονα δεξιάς-αριστεράς αντανακλούσε και την ίδια την πολιτική σύλληψη του Καραμανλή στη δεκαετία του 1970 σχετικά με τις ιδεολογίες και τα κόμματα.

 

Ο Καραμανλής ήταν περισσότερο εμπειρικά προσανατολισμένος παρά ιδεολογικά και δογματικά. Κατανοούσε ότι στο πλαίσιο της πολιτικής διάρθρωσης των δημοκρατιών της δυτικής Ευρώπης μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο η διάκριση δεξιάς-αριστεράς, αν και όχι ανύπαρκτη, δεν είχε την ένταση της προπολεμικής εποχής. Από την άποψη των παραστάσεων και των πολιτικών προσλήψεων, ο Καραμανλής ανήκε σε μια γενιά συντηρητικών πολιτικών που έτειναν να αντικατασταθούν από μία άλλη, με πιο προβεβλημένες περιπτώσεις αυτές της Μάργκαρετ Θάτσερ και του Ρόναλντ Ρήγκαν, που σηματοδότησαν μία γενικότερη μετακίνηση του συντηρητικού και φιλελεύθερου χώρου, περισσότερο προσανατολισμένη στην οικονομία της αγοράς, ως απάντηση στην κρίση της δεκαετίας του 1970.

 

Στις ελληνικές συνθήκες, φαίνεται ότι ο Καραμανλής πίστευε πως η μεταπολίτευση και η θεμελίωση ενός νέου δημοκρατικού συστήματος, απαλλαγμενου από τους περιορισμούς της μετεμφυλιακής περιόδου, σήμαινε ότι θα ατονούσαν οι άκαμπτες διακρίσεις των πολιτικών δυνάμεων. Στην πραγματικότητα κάτι τέτοιο δεν θα συνέβαινε στις συνθήκες ριζοσπαστικοποίησης της ελληνικής πολιτικής με φορέα το ΠΑΣΟΚ, καθώς το πολιτικό στίγμα του Καραμανλή θα υφίστατο την πίεση της νέας εποχής. Τέλος, όπως ήταν ευδιάκριτο σε σύγχρονους παρατηρητές της εποχής, ο Καραμανλής ήταν μετά το 1974 ένας απρόθυμος αρχηγός κόμματος. Λόγω των συνθηκών της μεταπολίτευσης και του κυριαρχικού προσωπικού του ρόλου, έτεινε να αποστασιοποιείται από την κομματική διαμάχη και να επιχειρεί να αποκτήσει μια υπόσταση υπερκομματική, αν και δεν παρέλειψε να προσδώσει ορισμένα θεμελιώδη οργανωτικά χαρακτηριστικά στη Νέα Δημοκρατία, που απέβλεπαν κυρίως σε μια συντεταγμένη διαδικασία διαδοχής του.

 

Συνεπώς ο Καραμανλής απέβλεπε στην αναγόρευσή του σε μια εθνική προσωπικότητα υπεράνω κομμάτων. Κάτι τέτοιο δεν συνέβη, όπως έδειξε και η άρνηση της αντιπολίτευσης να τον υποστηρίξει κατά τις προεδρικές εκλογές που εξελέγη πρόεδρος της Δημοκρατίας, το 1980 και το 1990, αλλά και το 1985, όταν η αναμενόμενη υπόδειξή του από το ΠΑΣΟΚ διαψεύστηκε εκ των πραγμάτων. Η κεντροαριστερά έβλεπε στο πρόσωπό του τον ιστορικό ηγέτη και σύμβολο της δεξιάς. Κάτι αντίστοιχο συνέβαινε και με το παραδοσιακό κέντρο. Η σχέση του Καραμανλή με την ιστορική βενιζελογενή παράταξη ήταν αμφίσημη. Το κέντρο έβλεπε στο πρόσωπό του αρχικά έναν πολιτικό ιστορικού αντιβενιζελικού στίγματος. Ο ίδιος απέβλεπε στην υπέρβαση του ιστορικού σχίσματος αντιβενιζελικών-βενιζελικών, το οποίο ούτως ή άλλως είχε ατονήσει το 1955, όταν ο Καραμανλής σχημάτισε την πρώτη του κυβέρνηση. Ταυτόχρονα απέφευγε τις συνεργασίες με κόμματα και ομάδες του κεντρώου χώρου, καθώς διέβλεπε σ’ αυτές τον κίνδυνο αποσταθεροποίησης των κυβερνήσεών του από ένα έντονο φατριαστικό στοιχείο που διακρινόταν στον κεντρώο χώρο κατά τη δεκαετία του 1950. Δεν απέφευγε όμως ο Μακεδόνας πολιτικός τη μεμονωμένη συνεργασία κεντρώων στελεχών, που μπορούσαν να κομίσουν στο κόμμα του και στις κυβερνήσεις του διοικητικές και πολιτικές ικανότητες που δεν βρίσκονταν πάντοτε σε αφθονία στον δικό του πολιτικό χώρο. Διακεκριμένοι συνεργάτες του όπως ο Ευάγγελος Αβέρωφ, ο Κωνσταντίνος Τσάτσος, ο Γρηγόριος Κασιμάτης και αργότερα ο Ιωάννης Μπούτος ήταν τέτοιες περιπτώσεις. Μετά τη μεταπολίτευση ο Καραμανλής θα προτιμούσε τον χώρο της αντιπολίτευσης στην Ένωση Δημοκρατικού Κέντρου, αλλά η ήττα της στις εκλογές του 1977 τον έτρεψε στο εγχείρημα της διεύρυνσης, καθώς το ΠΑΣΟΚ είχε επικρατήσει πλέον ως αξιωματική αντιπολίτευση. Το εγχείρημα απέδωσε σε επίπεδο στελεχών και η εκλογή του ίδιου ως προέδρου της Δημοκρατίας το 1980 έγινε δυνατή, και η Νέα Δημοκρατία ενισχύθηκε ως κόμμα και ως κυβέρνηση από την παρουσία του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη και του Παναγιώτη Κανελλόπουλου.

 

Προσωπική ζωή

Τον Ιούλιο του 1951 ο Καραμανλής παντρεύτηκε την Αμαλία Κανελλοπούλου (μετέπειτα Μεγαπάνου), ανιψιά του πολιτικού και διανοητή Παναγιώτη Κανελλόπουλου, από την οποία διαζεύχτηκε το 1970 όταν βρισκόταν αυτοεξόριστος στο Παρίσι. Δεν απέκτησε παιδιά και γενικά μπορεί να παρατηρηθεί ότι η ζωή του ήταν ολοκληρωτικά αφιερωμένη στην πολιτική, ενώ η κοινωνική του ζωή ήταν μάλλον περιορισμένη, δηλωτική μίας προδιάθεσης αυστηρότητας που διέκρινε τον χαρακτήρα του, αλλά πιθανότατα και της τάσης του για τήρηση κοινωνικών αποστάσεων, που φαίνεται ότι θεωρούσε αναγκαίο στοιχείο του ηγετικού του ρόλου. Η αυστηρότητα αυτή του χαρακτήρα και των τρόπων, όχι αντιπροσωπευτική μίας κοινωνίας με έντονα μεσογειακά χαρακτηριστικά, δεν τον εμπόδισε να διατηρήσει φιλικές σχέσεις με ευρύ κύκλο ανθρώπων, μεταξύ αυτών και αξιόλογους καλλιτέχνες και δημιουργούς, με πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις τον Δημήτρη Χορν και τον Μάνο Χατζιδάκι.

 

Ο ανιψιός του, Κώστας Καραμανλής, υπήρξε πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας από το 1997 ως το 2009, και πρωθυπουργός την περίοδο 2004-2009.

1907 – 1950

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής γεννήθηκε στις 8 Μαρτίου 1907 στο Κιούπκιοϊ (σήμερα Πρώτη), μια κωμόπολη κοντά στις Σέρρες, που τότε ανήκε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ο πατέρας του, Γεώργιος, δημοδιδάσκαλος και καλλιεργητής, είχε διωχθεί για την εθνική δράση του, τόσο από τις τουρκικές, όσο και μεταγενέστερα από τις βουλγαρικές αρχές κατοχής. Έζησε ως μαθητής, διαδοχικά, στην Πρώτη, τη Νέα Ζίχνη, τις Σέρρες και τελικά στην Αθήνα, όπου μετά την αποπεράτωση των γυμνασιακών του σπουδών, εγγράφηκε στη Νομική Σχολή, από την οποία αποφοίτησε το 1929.

Το 1930 υπηρέτησε επί τετράμηνο τη στρατιωτική του θητεία, ως προστάτης πολύτεκνης οικογένειας. Στη συνέχεια εργάστηκε ως δικηγόρος στις Σέρρες, μέχρις ότου εκλέχθηκε για πρώτη φορά βουλευτής το 1935 με το αντιβενιζελικό Λαϊκό Κόμμα. Επανεξελέγη βουλευτής το 1936, στις τελευταίες εκλογές πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Με την έκρηξη του ελληνοϊταλικού πολέμου, ο Καραμανλής παρουσιάστηκε για να στρατευθεί στο Σιδηρόκαστρο, αλλά κρίθηκε ανίκανος να υπηρετήσει λόγω βαρηκοΐας. Στη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής ασχολήθηκε αποκλειστικά με τη δικηγορία. Επανήλθε στην ενεργό πολιτική το 1946, όταν έλαβε μέρος στις εκλογές της 31ης Μαρτίου ως υποψήφιος του Λαϊκού Κόμματος στις Σέρρες και εξελέγη πρώτος σε ψήφους βουλευτής.

1950 – 1974

Το όνομά του θα γίνει γνωστό στο πανελλήνιο από τη θητεία του ως Υπουργός Δημοσίων Έργων στην κυβέρνηση Παπάγου (1952-1955). Θα επιτελέσει σπουδαίο έργο, με την κατασκευή βασικών έργων υποδομής (εγγειοβελτιωτικά έργα, οδικές αρτηρίες, ενεργειακές μονάδες, έργα ύδρευσης κ.ά.). Ο δυναμισμός και η αποφασιστικότητα του Κωνσταντίνου Καραμανλή, αλλά και η απήχηση του έργου του στην κοινή γνώμη, αποτέλεσε ισχυρό πρόκριμα για την ανάδειξή του στην πρωθυπουργία, μετά τον θάνατο του Αλέξανδρου Παπάγου. Η πρωτοβουλία του βασιλέα Παύλου να του αναθέσει τον σχηματισμό της κυβέρνησης, στις 5 Οκτωβρίου 1955, εξέπληξε τους πάντες, αφού επικρατέστεροι για τη διαδοχή ήταν οι αντιπρόεδροι της κυβέρνησης Παπάγου, Στέφανος Στεφανόπουλος και Παναγιώτης Κανελλόπουλος.

Ο Καραμανλής, από την πρώτη μέρα της πρωθυπουργίας του, θέλησε να βάλει τη δική του σφραγίδα στην πολιτική ζωή της χώρας. Ίδρυσε νέο κόμμα, την Εθνική Ριζοσπαστική Ένωση (ΕΡΕ) και προσέφυγε στις κάλπες τον Φεβρουάριο του 1956. Τις κέρδισε, παρότι το κόμμα του ήλθε δεύτερο σε ψήφους, χάρις στο «τριφασικό» εκλογικό σύστημα. Η επικράτηση στην πρώτη αυτή και στη συνέχεια σε δύο ακόμη εκλογικές αναμετρήσεις, το 1958 και το 1961, του επέτρεψε να διατηρήσει αδιάλειπτα την εξουσία για μία οκταετία (1955-1963), ένα επίτευγμα χωρίς προηγούμενο στην πολιτική ιστορία της χώρας.

spiti-karamanli31

Πρωταρχική φροντίδα του Καραμανλή ήταν ο σχεδιασμός και η εφαρμογή ενός προγράμματος ταχύρρυθμης οικονομικής ανάπτυξης, σε μια χώρα που βίωνε ακόμη τις συνέπειες του καταστροφικού εμφύλιου πολέμου. Όραμά του υπήρξε μια Ελλάδα απαλλαγμένη από τα σύνδρομα της δυσπραγίας και της φτώχειας. Η σταθερή αύξηση του εθνικού εισοδήματος, με μέσο ετήσιο ρυθμό 6,25%, η άνοδος του κατά κεφαλήν εισοδήματος από 305 σε 565 δολάρια με πληθωρισμό 2%, η ραγδαία άνοδος των επενδύσεων και η μείωση της ανεργίας στο 4,5% (βοηθούμενη και από την αυξανόμενη μετανάστευση) συνθέτουν τις κύριες παραμέτρους του θετικού απολογισμού της διακυβέρνησης Καραμανλή στο πεδίο της οικονομίας.

Η ανοδική πορεία της οικονομίας θα του δώσει τη δυνατότητα να στραφεί, με την πάροδο του χρόνου, προς την ενίσχυση της παιδείας, του πολιτισμού και,για πρώτη ουσιαστικά φορά, του αθλητισμού, με τη θεσμοθέτηση του ΠΡΟ-ΠΟ (1959). Ακόμη, αύξησε τη χρηματοδότηση του κοινωνικού τομέα κι έλαβε θεσμικά μέτρα κοινωνικού χαρακτήρα, με κορυφαίο γεγονός τη σύσταση του ΟΓΑ (1961). Όμως, παρά τις προσπάθειές του, ο εκσυγχρονισμός στο πολιτικό πεδίο κινούνταν με χαμηλές ταχύτητες, λόγω των εμφυλιοπολεμικών συνδρόμων, που παρέμειναν ισχυρά στην Ελληνική Δεξιά.

Το διεθνές περιβάλλον ήταν αρνητικό για την άσκηση πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής, λόγω του Ψυχρού Πολέμου και της πρόσδεσης της χώρας στο άρμα των ΗΠΑ. Έτσι, ήταν φυσικό για τον Κωνσταντίνο Καραμανλή να αναζητήσει ερείσματα για την κατοχύρωση της ασφάλειας και της εδαφικής ακεραιότητας της Ελλάδας στους κόλπους του ΝΑΤΟ. Εν τούτοις, ο Καραμανλής, με αρκετή δόση αποτελεσματικότητας, κατόρθωσε να προαγάγει τις σχέσεις με τον Τρίτο Κόσμο, ιδιαίτερα με τις αραβικές χώρες, προτάσσοντας, οσάκις χρειαζόταν, τα περιφερειακά συμφέροντα της Ελλάδας.

Το 1959 υπέγραψε τις Συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου, με τις οποίες τερματίστηκε η βρετανική κυριαρχία επί της Κύπρου και ιδρύθηκε ανεξάρτητο Κυπριακό κράτος, με εγγυήτριες δυνάμεις την Ελλάδα, την Τουρκία και τη Μεγάλη Βρετανία με δικαίωμα στρατιωτικής παρέμβασης. Ο Καραμανλής δέχθηκε αυστηρή κριτική για τις συμφωνίες αυτές, που κατοχύρωναν ως ισότιμο εταίρο στη μεγαλόνησο την Τουρκία.

Η καίρια τομή στην εξωτερική πολιτική του εντοπίζεται στην προσπάθεια για την ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής πίστευε ότι η ΕΟΚ δεν αποτελούσε «απλώς οικονομικήν κοινοπραξίαν, αλλά οντότητα με ευρυτέραν πολιτικήν αποστολήν και σημασίαν». Έπειτα από επίπονες διαπραγματεύσεις διετούς διάρκειας, η Ελλάδα θα γίνει δεκτή στην αρχική ομάδα των Έξι, ως πρώτο συνδεδεμένο μέλος, στις 9 Ιουλίου 1961.

Η πρώτη κυβερνητική οκταετία του Κωνσταντίνου Καραμανλή διακόπηκε απρόβλεπτα, με την παραίτησή του, τον Ιούνιο του 1963, ύστερα από διαφωνία με τον βασιλέα Παύλο, η οποία σηματοδότησε τη ρήξη του με τα Ανάκτορα. Η κρίση δεν ήταν ανεξάρτητη από το κλίμα πολιτικής έντασης εκείνης της εποχής. Ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης και πρόεδρος της «Ενώσεως Κέντρου» Γεώργιος Παπανδρέου είχε κηρύξει τον ανένδοτο αγώνα, κατηγορώντας τον Καραμανλή ότι είχε κερδίσει τις εκλογές του 1961 με βία και νοθεία, ενώ η δολοφονία Λαμπράκη από παρακρατικούς στη Θεσσαλονίκη είχε ρίξει βαριά τη σκιά της στη χώρα. («Ποιος επιτέλους κυβερνά αυτό τον τόπο» είχε πει ο Καραμανλής).

Στις εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 1963 ηγήθηκε της ΕΡΕ, αλλά υπό το βάρος των καταγγελιών της αντιπολίτευσης, ηττήθηκε από την «Ένωση Κέντρου» του Γεωργίου Παπανδρέου. Τότε, ο Καραμανλής παραιτήθηκε από την ηγεσία της ΕΡΕ κι έφυγε μυστικά για το Παρίσι με το ψευδώνυμο «Τριανταφυλλίδης», όπου ιδιώτευσε επί 11 χρόνια μέχρι τη Μεταπολίτευση.

1974 – 1998

Στις 24 Ιουλίου 1974 ο Κωνσταντίνος Καραμανλής επανήλθε θριαμβευτικά στην Ελλάδα, μετά την κατάρρευση της δικτατορίας υπό το βάρος του άφρονος πραξικοπήματος στην Κύπρο και της τουρκικής εισβολής στη μεγαλόνησο. Επικεφαλής της κυβέρνησης «Εθνικής Ενότητας», κατόρθωσε με συνετές και αποφασιστικές κινήσεις να αποκαταστήσει πλήρως τη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος στην Ελλάδα. Νομιμοποίησε το ΚΚΕ έπειτα από 26 χρόνια παρανομίας, ενώ προχώρησε στην αποχώρηση της Ελλάδας από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ ως αντίδραση για την άρνηση της Συμμαχίας να αντιταχθεί στην προέλαση των Τούρκων στην Κύπρο (Αττίλας 2) και αντικατέστησε τη χουντική ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων.

 

Στις πρώτες ελεύθερες εκλογές (17 Νοεμβρίου 1974) ο Καραμανλής επικράτησε με το επιβλητικό 54,2% των ψήφων. Η άνετη νίκη του και στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση (Νοέμβριος 1977), θα του επιτρέψει να παραμείνει αδιάλειπτα στην εξουσία για μία εξαετία, επικεφαλής της Νέας Δημοκρατίας, ενός νεοσύστατου σχηματισμού, που εντάσσεται στον κεντροδεξιό χώρο, με ιδεολογικό στίγμα τον ριζοσπαστικό φιλελευθερισμό. Η διενέργεια δημοψηφίσματος, στις 8 Δεκεμβρίου 1974, τερμάτισε τη μακρά διένεξη για το πολιτειακό, με την οριστική εγκαθίδρυση της αβασίλευτης δημοκρατίας.

Η εκπόνηση και η ψήφιση νέου και προοδευτικού Συντάγματος, τον Ιούνιο του 1975, δημιούργησε τις προϋποθέσεις για την εμβάθυνση και την παγίωση της Δημοκρατίας. Η επικράτηση ήπιου πολιτικού κλίματος, η αναβάθμιση των πολιτικών ηθών και της κοινοβουλευτικής πρακτικής και γενικότερα η κατοχύρωση του δημοκρατικού διαλόγου και των ατομικών ελευθεριών, καταγράφονται έκτοτε ως επιτεύγματά του. Όπως και η λύση του χρονίζοντος γλωσσικού ζητήματος, με την καθιέρωση της δημοτικής, ως επίσημης γλώσσας του κράτους.

kk2

Την εξαετία 1974-1980 και παρά τη διεθνή ενεργειακή κρίση, που έπληξε και τη χώρα μας, το εθνικό εισόδημα αυξανόταν με ρυθμούς 5% ετησίως, ενώ το κατά κεφαλήν εισόδημα σημείωσε αύξηση 50%. Ο Καραμανλής δεν δίστασε να εθνικοποιήσει μεγάλες επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα (Ολυμπιακή, Εμπορική), όταν οι περιστάσεις το επέβαλαν, με αποτέλεσμα κάποιοι κύκλοι των βιομηχάνων να τον κατηγορήσουν για σοσιαλμανία. Στην εξωτερική πολιτική, η ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ, τα διπλωματικά ανοίγματα τις γειτονικές κομμουνιστικές χώρες και τη Μόσχα καταγράφονται στο ενεργητικό του.

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής εγκατέλειψε την ενεργό πολιτική το 1980, μετά την υπογραφή της συνθήκης προσχώρησης της Ελλάδας στην ΕΟΚ. Τον διαδέχθηκε στην πρωθυπουργία ο Γεώργιος Ράλλης. Στις 5 Μαΐου 1980 εκλέχθηκε Πρόεδρος της Δημοκρατίας, σε μια περίοδο που το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου βρισκόταν προ των πυλών της εξουσίας. Η αυστηρή προσήλωση στην τήρηση των συνταγματικών κανόνων και η συνεπής τοποθέτηση πάνω από τις κομματικές διαμάχες, η εξασφάλιση της ομαλής διαδοχής των κομμάτων στην εξουσία, η συμβολή στην εκτόνωση των πολιτικών παθών και η συνεισφορά του στην εμπέδωση της εθνικής ενότητας, συνέθεσαν τις κύριες παραμέτρους της παρουσίας του στο ύπατο αξίωμα, σε συνδυασμό και με την ενίσχυση του διεθνούς κύρους της χώρας.

 

Karamanlis-Papandreou

Το 1985 ο πρωθυπουργός Ανδρέας Παπανδρέου αθετεί την υπόσχεση του προς τον Καραμανλή για δεύτερη θητεία και προτείνει για Πρόεδρο της Δημοκρατίας τον αρεοπαγίτη Χρήστο Σαρτζετάκη. Ο Καραμανλής αποχωρεί πικραμένος. Επανεξελέγη στο ύπατο αξίωμα της χώρας την πενταετία 1990-1995, οπότε αποχώρησε οριστικά από την πολιτική. Είχε συμπληρώσει 60 χρόνια στο πολιτικό προσκήνιο: 8 χρόνια ως υπουργός, 14 ως πρωθυπουργός και 10 ως Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας.

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 91 ετών, σαν, σήμερα στις 23 Απριλίου 1998. Δεν άφησε απογόνους από το γάμο του με την Αμαλία Μεγαπάνου (1952), που διαλύθηκε κατά τη διάρκεια της δικτατορίας.