Οι εξαγγελίες του Πρωθυπουργού από το βήµα της 90ής Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης επιχειρούν να δώσουν την εικόνα µιας κυβέρνησης που στρέφεται στα προβλήµατα της καθηµερινότητας και ανακαλύπτει ξαφνικά την ανάγκη στήριξης των οικογενειών, των εργαζοµένων, των συνταξιούχων και των νέων ζευγαριών.
Η ΝΙΚΗ δεν αντιµετωπίζει µε µικροκοµµατική διάθεση κανένα µέτρο που µπορεί να προσφέρει πραγµατική ανακούφιση στους πολίτες. Η φορολογική ελάφρυνση των τρίτεκνων οικογενειών, η τιµαριθµοποίηση των αναπηρικών επιδοµάτων και ορισµένες από τις παρεµβάσεις για τους συνταξιούχους κινούνται προς θετική κατεύθυνση. Όµως δεν συνιστούν αλλαγή οικονοµικής και κοινωνικής πολιτικής. Πολύ περισσότερο όταν σηµαντικό µέρος των εξαγγελιών µετατίθεται για τα επόµενα χρόνια.
Ύστερα από επτά χρόνια διακυβέρνησης, η κυβέρνηση δεν µπορεί να εµφανίζεται ως απλός παρατηρητής των προβληµάτων. Οι πολίτες δεν κρίνουν την οικονοµία από τους µακροοικονοµικούς δείκτες ούτε από το ύψος ενός πακέτου παροχών. Την κρίνουν στο ταµείο του σούπερ µάρκετ, στον λογαριασµό του ηλεκτρικού ρεύµατος, στο ενοίκιο και κυρίως σε όσα αποµένουν – ή δεν αποµένουν – στο τέλος του µήνα.
Η ακρίβεια παραµένει το µεγάλο πρόβληµα
Ακόµη και ο ίδιος ο Πρωθυπουργός παραδέχθηκε στη συνέντευξη Τύπου της ΔΕΘ ότι αποτελεί το πρώτο ζήτηµα που απασχολεί σήµερα την ελληνική κοινωνία και ότι κανένα πρόγραµµα στήριξης δεν µπορεί να το αντιµετωπίσει ολοκληρωτικά.
Αυτό ακριβώς είναι το πρόβληµα: δεν αρκεί να ενισχύεις περιστασιακά το διαθέσιµο εισόδηµα όταν ταυτόχρονα το κόστος ζωής παραµένει υψηλό. Η ονοµαστική αύξηση ενός µισθού χάνει µεγάλο µέρος της σηµασίας της όταν αυξάνονται τα τρόφιµα, η ενέργεια και κυρίως η κατοικία. Πραγµατική αύξηση του εισοδήµατος υπάρχει όταν αυξάνεται η αγοραστική δύναµη της οικογένειας. Χρειάζεται λοιπόν ουσιαστικός έλεγχος της αγοράς, αντιµετώπιση ολιγοπωλιακών πρακτικών, χαµηλότερο ενεργειακό κόστος και κυρίως ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής, ώστε η χώρα να πάψει να εξαρτάται υπερβολικά από εισαγόµενα προϊόντα και εξωγενείς ανατιµήσεις.
Δεύτερο µεγάλο πρόβληµα είναι η στέγη
Η εξαγγελία του «Σπίτι µου ΙΙΙ», ύψους 2 δισ. ευρώ, παρουσιάζεται ως βασική απάντηση στη στεγαστική κρίση. Όµως η επανάληψη προγραµµάτων που ενισχύουν κυρίως τη ζήτηση δεν λύνει το θεµελιώδες πρόβληµα: την περιορισµένη προσφορά προσιτής κατοικίας. Όταν περισσότερα νοικοκυριά αποκτούν πρόσβαση σε χρηµατοδότηση και διεκδικούν έναν περιορισµένο αριθµό ακινήτων, δηµιουργούνται πρόσθετες πιέσεις στις τιµές. Είναι χαρακτηριστικό ότι και ο ίδιος ο Πρωθυπουργός αναγνώρισε µετά τη ΔΕΘ ότι τα µέτρα στήριξης της ζήτησης από µόνα τους δεν αρκούν.
Η ΝΙΚΗ προτείνει διαφορετική κατεύθυνση: µαζική επανένταξη των κενών κατοικιών στη µακροχρόνια µίσθωση, ανάπτυξη κοινωνικής κατοικίας, ουσιαστική αξιοποίηση της δηµόσιας περιουσίας, κανόνες στη βραχυχρόνια µίσθωση και ειδικό τέλος 3% επί της αντικειµενικής αξίας για κατοικίες τραπεζών και funds που παραµένουν κλειστές.
Και εδώ ακριβώς το στεγαστικό συναντά το µεγαλύτερο ίσως εθνικό πρόβληµα των επόµενων δεκαετιών: το δηµογραφικό.
Η φορολογική απαλλαγή των τρίτεκνων έως τις 20.000 ευρώ είναι θετική. Όπως θετική είναι και κάθε ουσιαστική ενίσχυση των πολύτεκνων οικογενειών. Η κυβέρνηση ανακοίνωσε επίσης τον «Κουµπαρά για τη Νέα Γενιά», όπου το κράτος θα συνεισφέρει ποσό αντίστοιχο µε αυτό που καταθέτουν οι γονείς, έως συγκεκριµένου ορίου.
Όµως η Ελλάδα δεν πρόκειται να αντιµετωπίσει τη δηµογραφική της συρρίκνωση µε έναν αποταµιευτικό λογαριασµό ή µε µεµονωµένες φορολογικές ελαφρύνσεις.
Ένα νέο ζευγάρι χρειάζεται πρώτα να µπορεί να ζήσει. Να έχει σταθερή εργασία, επαρκές εισόδηµα, προσιτή κατοικία και τη βεβαιότητα ότι η απόκτηση ενός δεύτερου ή τρίτου παιδιού δεν θα µετατραπεί σε οικονοµική δοκιµασία.
Γι’ αυτό η ΝΙΚΗ προτείνει ένα πραγµατικό Εθνικό Σχέδιο Δηµογραφικής Αναγέννησης: σταθερή οικονοµική ενίσχυση για κάθε παιδί, ουσιαστική προστασία της µητρότητας, περισσότερους και επαρκώς στελεχωµένους παιδικούς σταθµούς, πρόσβαση των οικογενειών στην υγεία και κυρίως στεγαστική πολιτική προσανατολισµένη στα νέα ζευγάρια και στις οικογένειες.
Παράλληλα, η εισοδηµατική πολιτική πρέπει να αποκτήσει µόνιµο χαρακτήρα. Η ΝΙΚΗ έχει προτείνει τη σταδιακή επαναφορά της 13ης σύνταξης και του 13ου µισθού στο Δηµόσιο, σε δύο δηµοσιονοµικά σχεδιασµένες φάσεις. Η χρηµατοδότηση µπορεί να αναζητηθεί µέσα από ανακατανοµή µη παραγωγικών δαπανών, έκτακτη φορολόγηση των υπερκερδών των τραπεζών, αυξηµένη φορολόγηση των διαδικτυακών παιγνίων, φορολόγηση των κρυπτονοµισµάτων και ειδική επιβάρυνση στα κλειστά ακίνητα τραπεζών και funds.
Η Ελλάδα, λοιπόν, δεν χρειάζεται κάθε Σεπτέµβριο έναν νέο κατάλογο παροχών. Χρειάζεται µια διαφορετική κοινωνική και παραγωγική πολιτική.
Μια πολιτική που θα µειώνει πραγµατικά το κόστος ζωής, θα κάνει ξανά προσιτή την κατοικία και θα επιτρέπει στον νέο άνθρωπο να δηµιουργήσει οικογένεια χωρίς να φοβάται ότι κάθε παιδί αποτελεί ένα ακόµη δυσβάστακτο οικονοµικό βάρος.
Γιατί η πραγµατική κοινωνική πολιτική δεν είναι να επιστρέφεις περιοδικά στον πολίτη ένα µέρος όσων έχασε από την ακρίβεια. Είναι να δηµιουργείς τις συνθήκες ώστε να µπορεί να ζει αξιοπρεπώς από την εργασία του, να αποκτά σπίτι, να µεγαλώνει τα παιδιά του και να σχεδιάζει το µέλλον του µε ασφάλεια.
Αυτή είναι η Ελλάδα της Αξιοπρέπειας που προτείνει η ΝΙΚΗ.
* Βουλευτής Β2′ Δυτικού Τοµέα Αθηνών µε τη ΝΙΚΗ