Search
Close this search box.
Search

Ανάλυση: Ο Τραμπ στην Κίνα για «damage control», δασμοί, τεχνολογία και Ταϊβάν στο επίκεντρο – Πώς δεν θα εκτροχιαστεί η σχέση με το Πεκίνο

Πριν 41 λεπτά

Ο Ντόναλντ Τραμπ επιστρέφει στο Πεκίνο όχι ως ο πρόεδρος που ετοιμάζεται να γονατίσει εμπορικά την Κίνα, αλλά ως ο πρόεδρος που αναγκάστηκε να αναγνωρίσει ότι η σύγκρουση με τη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου έχει όρια.

Στην προεκλογική εκστρατεία του 2024, ο Τραμπ είχε περιγράψει μια επιθετική ατζέντα απέναντι στο Πεκίνο. Μιλούσε για δασμούς 60% ή και υψηλότερους στα κινεζικά προϊόντα. Άφηνε ανοιχτό το ενδεχόμενο να αφαιρέσει από την Κίνα το προνομιακό εμπορικό καθεστώς που απέκτησε, όταν εντάχθηκε στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου. Η λογική ήταν σαφής: η Κίνα θα δεχόταν το βαρύτερο πλήγμα, ενώ ο υπόλοιπος κόσμος θα αντιμετώπιζε χαμηλότερους δασμούς, της τάξης του 10% ή 20%.

Περισσότερο από έναν χρόνο μετά την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο, η εικόνα είναι πολύ διαφορετική. Οι δασμοί στην Κίνα παραμένουν υψηλοί, ειδικά αν προστεθούν τα μέτρα της πρώτης θητείας του. Όμως, οι μεγαλύτερες πολιτικές εντάσεις της Ουάσιγκτον δεν καταγράφονται μόνο με το Πεκίνο. Αντιθέτως, η κυβέρνηση Τραμπ έχει επιτεθεί με ιδιαίτερα σκληρή γλώσσα και σε συμμάχους όπως η Ευρώπη και ο Καναδάς, ενώ απέναντι στην Κίνα κινείται πλέον πιο προσεκτικά ή καλύτερα πιο «μετρημένα».

Αυτό είναι το πραγματικό παράδοξο της σημερινής στιγμής. Ο Τραμπ, ο οποίος είχε υποσχεθεί την πιο σκληρή γραμμή έναντι της Κίνας, εμφανίζεται τώρα να πηγαίνει στη συνάντηση με τον Σι Τζινπίνγκ με προσδοκίες μεν αλλά όχι της έκτασης και της έντασης της προεκλογικής του περιόδου. Ο Αμερικανός πρόεδρος δεν υπογραμμίζει σήμερα πως επιζητά μια ιστορική αναδιάρθρωση των εμπορικών σχέσεων ούτε διατυμπανίζει πως επιθυμεί βαθιές αλλαγές στο κινεζικό οικονομικό μοντέλο. Αντίθετα, μοιάζει να έχει επαναπροσδιορίσει τους αμερικανικούς στόχους σε κάτι που μοιάζει -αλλά δεδομένα δεν είναι- πιο εφικτό: να κρατηθεί ανοιχτός ο δίαυλος, να μην εκτροχιαστεί η σχέση και να υπάρξουν αγορές αμερικανικών προϊόντων -αεροσκαφών, αιθανόλης, σόγιας, βοδινού, ίσως και μικροτσίπ.

Το όπλο που δεν είχε υπολογίσει η Ουάσιγκτον

Η συρρίκνωση των αμερικανικών φιλοδοξιών δεν προέκυψε από αλλαγή ιδεολογίας. Προέκυψε από πίεση. Όταν ο Τραμπ επιχείρησε πέρυσι να πιέσει την Κίνα με ακραίους δασμούς, το Πεκίνο απάντησε με τρόπο που αιφνιδίασε την Ουάσιγκτον. Περιόρισε την πρόσβαση σε σπάνιες γαίες και μαγνήτες, υλικά απαραίτητα για αμερικανικές βιομηχανίες που παράγουν από αυτοκίνητα και εργαλεία μέχρι οπλικά συστήματα. Ήταν η στιγμή που η εμπορική αντιπαράθεση έπαψε να είναι θεωρητικό παίγνιο δασμών και έγινε κρίση πραγματικής οικονομίας.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες βρέθηκαν αντιμέτωπες με τον κίνδυνο κλεισίματος εργοστασίων και διαταραχής παραγωγικών αλυσίδων. Η Κίνα έδειξε ότι δεν είναι μόνο ο μεγαλύτερος εμπορικός αντίπαλος της Αμερικής. Είναι και κρίσιμος κόμβος για υλικά χωρίς τα οποία η αμερικανική βιομηχανία δεν μπορεί εύκολα να κινηθεί. Η νέα ισορροπία ανάμεσα στις δύο υπερδυνάμεις βρίσκεται σε αυτό το σημείο τομής. Η Ουάσιγκτον διαθέτει δολάριο, αγορά, τεχνολογία, στρατιωτική ισχύ και συμμαχίες. Το Πεκίνο όμως διαθέτει σημεία ασφυξίας μέσα στις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού. Και αυτή τη φορά δεν δίστασε να τα χρησιμοποιήσει.

Για τον Τραμπ, που αντιμετωπίζει το εμπόριο ως πεδίο πίεσης και διαπραγμάτευσης, το μήνυμα ήταν σαφές: η Κίνα δεν είναι Καναδάς, ούτε Ευρωπαϊκή Ένωση, ούτε μικρότερος εμπορικός εταίρος που μπορεί να πιεστεί χωρίς μεγάλο κόστος. Έχει δικά της αντίμετρα. Και τα αντίμετρα αυτά μπορούν να χτυπήσουν ευθέως την αμερικανική παραγωγή.

Από τη μεγάλη συμφωνία στη διαχείριση κινδύνου

Στην πρώτη θητεία Τραμπ, οι Ηνωμένες Πολιτείες ζητούσαν από την Κίνα δομικές αλλαγές: περιορισμό κρατικών επιδοτήσεων, καλύτερη προστασία πνευματικής ιδιοκτησίας, αλλαγές στο μοντέλο βιομηχανικής πολιτικής, άνοιγμα αγορών. Στη δεύτερη θητεία, τουλάχιστον στη σημερινή φάση, ο πήχης έχει κατέβει. Η επικείμενη συνάντηση στο Πεκίνο δεν μοιάζει με προθάλαμο μεγάλης συμφωνίας. Μοιάζει περισσότερο με άσκηση ελεγχόμενης αποκλιμάκωσης. Οι δύο πλευρές γνωρίζουν ότι δεν εμπιστεύονται η μία την άλλη. Γνωρίζουν επίσης ότι μια νέα ανεξέλεγκτη εμπορική έκρηξη θα μπορούσε να έχει κόστος και για τους δύο.

Γι’ αυτό και το πιθανότερο αποτέλεσμα δεν είναι μια συνολική ανατροπή των σχέσεων, αλλά μια σειρά από περιορισμένα, πρακτικά ανταλλάγματα. Η Κίνα μπορεί να δεσμευθεί για αγορές αμερικανικών αγροτικών προϊόντων ή αεροσκαφών. Οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορεί να κρατήσουν χαμηλότερα ορισμένους δασμούς ή να αποφύγουν πιο επιθετικά μέτρα σε συγκεκριμένους τομείς. Μπορεί να υπάρξουν επίσης συμφωνίες για τη φαιντανύλη, που παραμένει κεντρικό θέμα για την αμερικανική πολιτική σκηνή. Αυτό όμως δεν είναι στρατηγική νίκη. Είναι διαχείριση ρίσκου.

Ο ίδιος ο χαρακτήρας της συνάντησης το δείχνει. Η Ουάσιγκτον δεν πηγαίνει με αυτοπεποίθηση ότι μπορεί να επιβάλει συνολικούς όρους. Το Πεκίνο δεν πηγαίνει με διάθεση να αλλάξει μοντέλο. Και οι δύο πλευρές αναζητούν έναν τρόπο να κρατήσουν τη σχέση υπό «ελεγχόμενη ένταση» που δεν θα φέρει -όχι άμεσα τουλάχιστον- εκτροπή.

Το Πεκίνο ζητά ανταλλάγματα

Η Κίνα δεν θα δώσει δωρεάν αγορές αμερικανικών προϊόντων. Αν συμφωνήσει να αγοράσει περισσότερη σόγια, βοδινό, χοιρινό ή αεροσκάφη Boeing, θα ζητήσει κάτι πίσω. Τα κινεζικά αιτήματα αναμένεται να κινηθούν σε τρία επίπεδα.

Πρώτον, στους δασμούς. Το Πεκίνο θα πιέσει ώστε οι νέες αμερικανικές εμπορικές έρευνες και τα επόμενα μέτρα να μην οδηγήσουν σε νέα κλιμάκωση. Η Κίνα έχει κάθε λόγο να θέλει χαμηλότερο κόστος πρόσβασης στην αμερικανική αγορά.

Δημοφιλη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Search
Close this search box.