Search
Close this search box.
Search

Aνδρέας Βορύλλας: Η Ισπανία φλέγεται για τη στέγη – Η Ελλάδα περιµένει τη σειρά της;

Πριν 31 λεπτά

Η΄Ισπανία φλέγεται από την κοινωνική αγανάκτηση για τη στέγη. Χιλιάδες πολίτες κατακλύζουν τους δρόµους της Μαδρίτης, της Βαρκελώνης και δεκάδων άλλων πόλεων, απαιτώντας το αυτονόητο: τη δυνατότητα να ζουν αξιοπρεπώς σε µια κατοικία που µπορούν να πληρώνουν. Οι διαδηλώσεις έχουν λάβει διαστάσεις πρωτοφανούς κοινωνικής κινητοποίησης, µε καταλήψεις δηµόσιων χώρων, αιτήµατα γενικής απεργίας και ευθεία αµφισβήτηση µιας στεγαστικής πολιτικής που επί χρόνια αποδείχθηκε ανεπαρκής.

Στις αρχές Οκτωβρίου, η Μαδρίτη έγινε το επίκεντρο µιας νέας µεγάλης κινητοποίησης. Οι διοργανωτές έκαναν λόγο για περίπου 500.000 διαδηλωτές, ενώ οι αρχές υπολόγισαν τη συµµετοχή σε περίπου 70.000. Η διαφορά των εκτιµήσεων δεν µεταβάλλει την ουσία: η στεγαστική κρίση έχει εξελιχθεί σε µείζον πολιτικό και κοινωνικό ζήτηµα, ικανό να συγκλονίσει την ισπανική κοινωνία.

 Το σύµβολο

Σύµβολο αυτής της εξέγερσης έγινε η συγκλονιστική υπόθεση της 87χρονης Μαρία ντελ ΚάρµενΑµπασκάλ, γνωστής ως ΜαριΚάρµεν. Είχε ζήσει επί περίπου επτά δεκαετίες στο ίδιο σπίτι στη Μαδρίτη. Μετά την αλλαγή ιδιοκτησίας του ακινήτου, βρέθηκε αντιµέτωπη µε απαιτήσεις δραστικής αύξησης του ενοικίου της. Τελικά αποµακρύνθηκε από την κατοικία της στις 23 Σεπτεµβρίου 2026.

Η ηλικιωµένη γυναίκα νοσηλεύθηκε στη συνέχεια και πέθανε στις 7 Οκτωβρίου, χωρίς να προλάβει να επιστρέψει στο σπίτι της, παρά τις προσπάθειες εξεύρεσης λύσης. Ο θάνατός της προκάλεσε νέο κύµα διαδηλώσεων και έντονη πολιτική αντιπαράθεση. Η ακριβής ιατρική αιτιώδης σχέση ανάµεσα στην έξωση και στον θάνατό της δεν έχει τεκµηριωθεί δικαστικά. Η ανθρώπινη τραγωδία, ωστόσο, είναι αδιαµφισβήτητη.

Η υπόθεση αυτή συγκλόνισε την Ισπανία επειδή συµπύκνωσε έναν φόβο που πλέον διαπερνά εκατοµµύρια ευρωπαϊκά νοικοκυριά: ότι ακόµη και η µακροχρόνια εργασία, η συνέπεια και µια ολόκληρη ζωή σε µια κατοικία δεν εξασφαλίζουν τη δυνατότητα παραµονής σε αυτήν.

 Προειδοποίηση για Ελλάδα

Όσα συµβαίνουν στην Ισπανία αποτελούν σοβαρή προειδοποίηση για την Ελλάδα. Ο κίνδυνος «ισπανοποίησης» της στεγαστικής κρίσης είναι ορατός. Οι κοινωνικές εκρήξεις δεν γεννιούνται ξαφνικά. Προηγούνται χρόνια οικονοµικής πίεσης, αίσθησης αδικίας, ανασφάλειας και συσσώρευσης προβληµάτων που η πολιτική εξουσία αποτυγχάνει να αντιµετωπίσει εγκαίρως.

Η κρίση έχει ευρωπαϊκές διαστάσεις. Στη Γαλλία, η στεγαστική δυσχέρεια συνδέεται µε την αύξηση της φτώχειας, τη δυσκολία πρόσβασης στην κοινωνική κατοικία και τις βαθιές ανισότητες µεταξύ των αστικών περιοχών. Η χώρα διαθέτει σηµαντικότεροαπόθεµα κοινωνικής κατοικίας από την Ελλάδα και την Ισπανία, αλλά αντιµετωπίζει σοβαρές ελλείψεις, µεγάλες λίστες αναµονής και έντονες κοινωνικές αντιπαραθέσεις για την κατανοµή των διαθέσιµων κατοικιών.

Η γαλλική εµπειρία αναδεικνύει και έναν πρόσθετο κίνδυνο: τη χωρική συγκέντρωση της φτώχειας και τον κοινωνικό διαχωρισµό ολόκληρων συνοικιών. Σε ορισµένα προάστια µεγάλων πόλεων, η ανεργία, η υποβάθµιση των δηµόσιων υπηρεσιών, η ελλιπής κοινωνική κινητικότητα και η συγκέντρωση ευάλωτων πληθυσµών, µεταξύ των οποίων και οικογένειες µεταναστευτικής προέλευσης, έχουν δηµιουργήσει συνθήκες βαθιάς κοινωνικής αποµόνωσης.

Η δηµιουργία συνοικιών µε χαρακτηριστικά γκετοποίησης αποτελεί αποτυχία της στεγαστικής και κοινωνικής πολιτικής. Η συγκέντρωση µεταναστευτικώνπληθυσµών από µόνη της δεν συνιστά κοινωνικό πρόβληµα. Το πρόβληµαεµφανίζεται όταν η πολιτεία επιτρέπει να διαµορφώνονται περιοχές αποκλεισµού, χωρίς επαρκή σχολεία, δηµόσιεςυποδοµές, ευκαιρίες εργασίας και πραγµατικές δυνατότητες κοινωνικής ένταξης. Η αποτροπή τέτοιων φαινοµένων απαιτεί πολιτικές κοινωνικής ανάµειξης, ισόρροπης κατανοµής της κατοικίας και αποτελεσµατικήςενσωµάτωσης.

 Ανασφάλεια

Σε ένα περιβάλλον οικονοµικής ανασφάλειας, τέτοιες ανισότητες τροφοδοτούν την πολιτική πόλωση. Η άνοδος της ακροδεξιάς σε ευρωπαϊκές χώρες συνδέεται µε ένα ευρύτερο σύνολο παραγόντων, µεταξύ των οποίων η δυσαρέσκεια για το κόστος ζωής, η µετανάστευση, η δυσπιστία προς τους θεσµούς και η αίσθηση εγκατάλειψης ορισµένων κοινωνικών οµάδων. Στη Γαλλία, η στεγαστική πολιτική έχει ήδη µετατραπεί σε πεδίο έντονης πολιτικής αντιπαράθεσης, µε την Εθνική Συσπείρωση να προτείνει αλλαγές ακόµη και στο θεσµικό πλαίσιο που υποχρεώνει πολλούς δήµους να διαθέτουν συγκεκριµένο ποσοστό κοινωνικών κατοικιών.

Η Ευρώπη οφείλει να αντιληφθεί ότι η παρατεταµένη στεγαστική ανασφάλεια µπορεί να αποδυναµώσει την κοινωνική συνοχή και να ενισχύσει τις ακραίες πολιτικές αντιπαραθέσεις. Η αδυναµία πρόσβασης σε κατοικία γίνεται ιδιαίτερα επικίνδυνη όταν συνδυάζεται µε την ανεργία, τη φτώχεια, την κοινωνική αποµόνωση και την αίσθηση ότι οι δηµόσιες πολιτικές ευνοούν συστηµατικά τους οικονοµικά ισχυρότερους.

Στην Ελλάδα, οι προειδοποιητικές ενδείξεις είναι ήδη έντονες.

Η οικονοµική κρίση της προηγούµενης δεκαετίας αποδυνάµωσε τα εισοδήµατα, εξάντλησε τις αποταµιεύσεις και περιόρισε την οικονοµική αντοχή χιλιάδων οικογενειών. Οι συνεχείς ανατιµήσεις βασικών αγαθών, το αυξηµένο ενεργειακό κόστος και η εκρηκτική άνοδος των ενοικίων έχουν δηµιουργήσει µια ασφυκτική καθηµερινότητα.

Ακόµη και στο Περιστέρι, ένας παραδοσιακά προσιτός για τα λαϊκά στρώµαταΔήµος της δυτικής Αθήνας, η ενοικίαση ενός απλού δυαριού αποτελεί πλέον δυσβάστακτη οικονοµική υποχρέωση για πολλούς εργαζοµένους. Η στεγαστική πίεση έχει επεκταθεί πολύ πέρα από τις ακριβές περιοχές του κέντρου και των βορείων ή νοτίων προαστίων. Αγγίζει τις γειτονιές όπου επί δεκαετίες κατοικούσαν οικογένειες µισθωτών, συνταξιούχων και µικροµεσαίωνεπαγγελµατιών.

Η κοινωνική συνέπεια είναι ιδιαίτερα σοβαρή. Μια ολόκληρη γενιά νέων ανθρώπων δυσκολεύεται να ανεξαρτητοποιηθεί οικονοµικά. Σύµφωνα µε τα στοιχεία της Eurostat για το 2025, η µέση ηλικία αποχώρησης των νέων από την οικογενειακή κατοικία στην Ελλάδα εκτιµάται στα 30,9 έτη, όταν ο αντίστοιχος ευρωπαϊκός µέσος όρος είναι 26,3 έτη.

Τριαντάρηδες µε πανεπιστηµιακά πτυχία, επαγγελµατική κατάρτιση και εργασία εξακολουθούν να ζουν µε τους γονείς τους, επειδή δεν µπορούν να καλύψουν το κόστος µιας ανεξάρτητης κατοικίας. Άλλοι αναγκάζονται να συγκατοικούν, να µετακινούνται σε αποµακρυσµένες περιοχές ή να αφιερώνουν δυσανάλογο µέρος του εισοδήµατός τους στο ενοίκιο.

Η στεγαστική κρίση υπονοµεύειάµεσα τις προϋποθέσεις δηµιουργίας οικογένειας. Νέα ζευγάρια αναβάλλουν τον γάµο, τη συµβίωση και την απόκτηση παιδιών, επειδή αδυνατούν να εξασφαλίσουν σταθερή κατοικία και οικονοµική ασφάλεια. Η αβεβαιότητα για το επόµενο ενοίκιο, για µια πιθανή µετακόµιση ή για την απώλεια της εργασίας µετατρέπεται σε µόνιµοεµπόδιο στον οικογενειακό προγραµµατισµό.

Η Ελλάδα αντιµετωπίζει ήδη ένα οξύ δηµογραφικόπρόβληµα. Οι γεννήσεις µειώνονται, ο πληθυσµός γηράσκει και πολλές περιοχές της περιφέρειας ερηµώνουν. Η υπογεννητικότητα έχει πολλαπλές αιτίες, αλλά η δυσκολία πρόσβασης σε προσιτή κατοικία αποτελεί έναν από τους σηµαντικούςοικονοµικούς παράγοντες που επηρεάζουν τις αποφάσεις των νέων ζευγαριών.

Μια πολιτεία που δηλώνει ότι επιδιώκει τη δηµογραφικήανάκαµψη δεν µπορεί να αγνοεί τις στεγαστικές προϋποθέσεις της οικογενειακής ζωής. Οι οικονοµικές ενισχύσεις για τη γέννηση παιδιών είναι χρήσιµες, αλλά δεν επαρκούν όταν ένα ζευγάρι αδυνατεί να εξασφαλίσει ένα σταθερό σπίτι.

 Επιδοµατική πολιτική

Εδώ αναδεικνύονται και τα όρια της επιδοµατικής πολιτικής. Η κυβέρνηση επιχειρεί να αντιµετωπίσει πλευρές της στεγαστικής κρίσης µε επιδοτήσεις ενοικίου, οικονοµικές ενισχύσεις και προγράµµατα πρόσβασης στην ιδιοκτησία. Τα µέτρα αυτά µπορούν να προσφέρουν ανακούφιση σε συγκεκριµένα νοικοκυριά. Δεν υποκαθιστούν, όµως, µια συνεκτική πολιτική αύξησης της προσφοράς προσιτών κατοικιών. Όταν η διαθέσιµη προσφορά παραµένειπεριορισµένη, µέρος της πρόσθετης αγοραστικής δυνατότητας µπορεί να απορροφηθεί από υψηλότερες τιµές και ενοίκια.

Η Ελλάδα χρειάζεται πραγµατική στεγαστική πολιτική, µε κοινωνική κατοικία, αξιοποίηση δηµόσιων ακινήτων, κίνητρα ανακαίνισης και διάθεσης κλειστών κατοικιών, φορολογικά µέτρα υπέρ της µακροχρόνιας µίσθωσης και ουσιαστική στήριξη των νέων οικογενειών.

Η σηµερινή κυβέρνηση φέρει σοβαρή πολιτική ευθύνη για την καθυστερηµένη και αποσπασµατικήαντιµετώπιση του προβλήµατος. Επί χρόνια παρακολουθούσε την άνοδο των τιµών και την επέκταση της επενδυτικής αξιοποίησης κατοικιών χωρίς να διαµορφώσει εγκαίρως επαρκείς µηχανισµούς προστασίας της µόνιµης κατοίκησης.

Η GoldenVisa, η αυξανόµενη παρουσία επενδυτικών κεφαλαίων, οι αγορές ακινήτων µέσω εταιρικών σχηµάτων και η ταχεία επέκταση της βραχυχρόνιας µίσθωσης άλλαξαν τη φυσιογνωµία ολόκληρων περιοχών. Σε ορισµένες γειτονιές, διαµερίσµατα και πολυκατοικίες περνούν σε επενδυτική χρήση ή παραµένουν εκτός της αγοράς µακροχρόνιας κατοικίας. Η ακριβής έκταση των κλειστών ακινήτων που ανήκουν σε ξένους ιδιοκτήτες, τράπεζες, επενδυτικά κεφάλαια ή εταιρείες ειδικού σκοπού χρειάζεται συστηµατική καταγραφή και δηµόσια διαφάνεια.

Δεν είναι δυνατόν η πολιτεία να γνωρίζει µε ακρίβεια πόσες άδειες διαµονής χορηγεί µέσω επενδύσεων και να µη διαθέτει αντίστοιχα ολοκληρωµένη εικόνα για το πόσες κατοικίες παραµένουν κλειστές, πόσες διατίθενται σε µακροχρόνια µίσθωση και πόσες έχουν αποσυρθεί από την πραγµατική στεγαστική αγορά.

Πολιτική ευθύνη

Η κυβέρνηση δεν µπορεί να εµφανίζεται ως απλός θεατής µιας εξέλιξης που διαµορφώνεται και από τις δικές της νοµοθετικές επιλογές. Η πολιτική ευθύνη της είναι συγκεκριµένη: να εξασφαλίζει ότι η προσέλκυση επενδύσεων δεν αποβαίνει εις βάρος της δυνατότητας των πολιτών να κατοικούν στον τόπο τους.

Η κατάσταση γίνεται ακόµη δυσκολότερη στα νησιά και στους τουριστικούς προορισµούς. Εκπαιδευτικοί, γιατροί, νοσηλευτές, δηµόσιοι υπάλληλοι και εργαζόµενοι στον ιδιωτικό τοµέααντιµετωπίζουν σοβαρά προβλήµατα εξεύρεσης κατοικίας. Η τουριστική ζήτηση ενισχύει την οικονοµική δραστηριότητα, αλλά παράλληλα περιορίζει σε ορισµένες περιοχές τη διαθεσιµότητα κατοικιών για µόνιµη εγκατάσταση.

Το ζήτηµα της κοινωνικής κατοικίας και της στεγαστικής προστασίας των µόνιµων κατοίκων τέθηκε και κατά τη συνάντησή µου στην Κέρκυρα µε τον Περιφερειάρχη Ιονίων Νήσων, Γιάννη Τρεπεκλή. Η συζήτηση ανέδειξε την ανάγκη ειδικής στεγαστικής πολιτικής για τις νησιωτικές περιοχές, όπου η εποχικότητα του τουρισµού, το αυξηµένο κόστος ζωής και η περιορισµένη προσφορά κατοικιών δηµιουργούν πρόσθετες δυσκολίες. Η ανάπτυξη κοινωνικής κατοικίας, η αξιοποίηση δηµόσιων και περιφερειακών ακινήτων και η εξασφάλιση στέγης για εργαζοµένους σε κρίσιµεςδηµόσιες υπηρεσίες πρέπει να αποτελέσουν προτεραιότητες.

Η στεγαστική κρίση, όµως, αποκτά ακόµη πιο δραµατικές διαστάσεις όταν συνδέεται µε την υπερχρέωση και τον κίνδυνο απώλειας της κύριας κατοικίας.

Η µεταβίβαση µη εξυπηρετούµενων δανείων σε επενδυτικά κεφάλαια αποτέλεσε βασικό εργαλείο εξυγίανσης του τραπεζικού συστήµατος. Το σχέδιο «Ηρακλής» συνέβαλε στη µείωση των κόκκινων δανείων στους τραπεζικούς ισολογισµούς. Για χιλιάδες δανειολήπτες, ωστόσο, η οικονοµική πίεση παραµένει και η απειλή της αναγκαστικής εκτέλεσης εξακολουθεί να αποτελεί πραγµατικό κίνδυνο.

Η βελτίωση των τραπεζικών ισολογισµών δεν µπορεί να αποτελεί το µοναδικό µέτρο επιτυχίας µιαςδηµόσιας πολιτικής. Υπάρχει και η κοινωνική πραγµατικότητα. Υπάρχουν οικογένειες που αγωνίζονται να διατηρήσουν την πρώτη κατοικία τους, εργαζόµενοι που βρέθηκαν σε αδυναµία εξυπηρέτησης των δανείων τους λόγω της οικονοµικής κρίσης και συνταξιούχοι που αντιµετωπίζουν τον φόβο του πλειστηριασµού.

Η ΝΙΚΗ έχει ήδη αναδείξει το ζήτηµα αυτό µε συγκεκριµένεςνοµοθετικές πρωτοβουλίες. Στις 20 Μαΐου 2024 κατέθεσε πρόταση νόµου για ευνοϊκές ρυθµίσεις τραπεζικών δανείων, η οποία περιλάµβανε τη δυνατότητα των δανειοληπτών να εξαγοράζουν τις απαιτήσεις τους µε βάση το τίµηµα µεταβίβασης σε επενδυτικά κεφάλαια. Η πρόταση δεν προχώρησε σε κοινοβουλευτική συζήτηση και ουσιαστική νοµοθετική υιοθέτηση.

Η κυβέρνηση είχε, εποµένως, την ευκαιρία να εξετάσει εγκαίρως µιαπαρέµβαση που θα έδινε στους δανειολήπτες πραγµατική δυνατότητα οριστικής διευθέτησης της οφειλής τους. Η επιλογή να µην προχωρήσει η σχετική πρωτοβουλία αποτελεί πολιτική απόφαση που οφείλει να εξηγηθεί στους πολίτες.

* Βουλευτής Β2′ Δυτικού Τοµέα Αθηνών µε τη ΝΙΚΗ

Δημοφιλη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Search
Close this search box.