Search
Close this search box.
Search

Αποκαλύψεις Wall Street Journal: Όταν η Apple απείλησε το Facebook με ban

Πριν 5 έτη

Σε οριακό σημείο φαίνεται πώς έφτασαν οι σχέσεις της Apple με το Facebook το 2019.

Σύμφωνα με ρεπορτάζ της Wall Street Journal, βασισμένο σε εσωτερικά έγγραφα του Facebook, η Apple το απείλησε με ban λόγω δημοσιεύματος του BBC για «πώληση σκλάβων» μέσω του Instagram.

Τότε, υπήρξε μία έκρηξη στην online μαύρη αγορά για την παράνομη αγορά και πώληση εργαζομένων. Το ρεπορτάζ του BBC έριξε φως σε ένα κόσμο όπου εργαζόμενες γυναίκες υπηρετούσαν τους αφέντες τους, κλειδωμένες στα σπίτια, στερούμενες βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, χωρίς να μπορούν να φύγουν και με τον κίνδυνο να αγοραστούν από τον οποιονδήποτε, με τους ειδικούς τότε να χαρακτηρίζουν τις συνθήκες αυτές ως σύγχρονη μορφή σκλαβιάς.

Η αγοραπωλησία τους γινόταν μέσω εφαρμογών, όπως το Facebook και το Instagram με κύριες χώρες τη Σαουδική Αραβία και το Κουβέιτ. Οι γυναίκες κατηγοριοποιόντουσαν βάσει εθνικότητας και η αξία τους ήταν μερικές χιλιάδες δολάρια.

Μετά το ρεπορτάζ η Apple είπε στο Facebook πως πρέπει να κάνει περισσότερα για να αντιμετωπίσει τη σωματεμπορία. Τόνισε μάλιστα πως το Facebook έκανε «περιορισμένες κινήσεις» μέχρις ότου η Apple απείλησε να αφαιρέσει τα προϊόντα του Facebook από το App Store αν δε σταματήσει αυτήν την πρακτική.

Σύμφωνα με την αναφορά, η πρακτική αυτή ήταν γνωστή στο Facebook από το 2018. Το BBC ειδοποίησε τόσο την Apple όσο και την Google, με τη δεύτερη να δηλώνει «βαθιά ανήσυχη» από τα ευρήματα, ενώ η Apple είπε πως αναμένει «άμεσες διορθωτικές ενέργειες» από τους developers.

Μετά το ρεπορτάζ και την επικοινωνία με την Apple, το Facebook βρήκε 300.000 περιπτώσεις παραβίασης των κανονισμών και απενεργοποίησε πάνω από 1.000 λογαριασμούς, ενώ το ρεπορτάζ έφερε και ερωτήσεις από τα Ηνωμένα Έθνη.

Πλέον, το Facebook διαθέτει τεχνολογία που εντοπίζει και διαγράφει περιεχόμενο σχετικό με οικιακούς υπηρέτες, αφαιρώντας 4.000 posts στα Αραβικά και τα Αγγλικά από τον Ιανουάριο του 2020 μέχρι σήμερα.

Δημοφιλη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Search
Close this search box.

Σε «τείχος» προσέκρουσε η προσπάθεια της διοίκησης της «Βιολάντα» να επαναλειτουργήσει το δεύτερο εργοστάσιο της μπισκοτοβιομηχανίας, όταν κατέθεσε εκ νέου φάκελο με τα απαραίτητα έγγραφα, στην Περιφέρεια Θεσσαλίας, η οποία με την σειρά της απέρριψε το αίτημα, καθώς και πάλι εντοπίστηκαν παραλείψεις. Ρεπορτάζ: Κωνσταντίνα Χαϊνά Σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες του enikos.gr, η διοίκηση της μπισκοτοβιομηχανίας έχει προχωρήσει σε έναν αγώνα δρόμου, προκειμένου να ανοίξει το δεύτερο εργοστάσιο της «Βιολάντα», στο οποίο είχε μπει λουκέτο για λόγους ασφαλείας, προκειμένου να μην συνέβαινε μια νέα τραγωδία όπως αυτή με τις πέντε νεκρές εργαζόμενες. Έτσι, πριν από περίπου 15 ημέρες, κατατέθηκε, από την πλευρά της διοίκησης της «Βιολάντα», εκ νέου φάκελος με όλα τα απαραίτητα δικαιολογητικά στην Περιφέρεια Θεσσαλίας, ζητώντας την επαναλειτουργία του δεύτερου εργοστασίου. Από την πλευρά της, απέρριψε το σχετικό αίτημα, καθώς, σύμφωνα με πληροφορίες του enikos.gr, εντοπίστηκαν ξανά παραλείψεις στο ζήτημα της πυρασφάλειας. «Δεν γνώριζα για την οσμή του υγραερίου» Την ίδια ώρα, ο ιδιοκτήτης της «Βιολάντα», Κωνσταντίνος Τζιωρτζιώτης, χθες (22/04) πέρασε εκ νέου το κατώφλι του ανακριτή Τρικάλων, για την συμπληρωματική απολογία του, κατηγορούμενος για την ανθρωποκτονία από αμέλεια, αλλά και για την πρόκληση σωματικών βλαβών, καθώς υπενθυμίζεται ότι εκτός από τις πέντε νεκρές εργάτριες, άλλοι επτά εργαζόμενοι τραυματίστηκαν από την φονική έκρηξη. Ο ίδιος φέρεται να αρνήθηκε, για ακόμη μία φορά, ότι γνώριζε για την οσμή υγραερίου στο εργοστάσιο, ενώ φέρεται να επεσήμανε πως παραμένει στο πλευρό των οικογενειών των ανθρώπων που έχασαν την ζωή τους, ζητώντας εκ νέου την αποφυλάκισή του. Ο ιδιοκτήτης της μπισκοτοβιομηχανίας κρατείται προσωρινά από τις 18 Φεβρουαρίου, καθώς οι δικαστικές Αρχές δεν είχαν κάνει δεκτό το πρώτο αίτημα αποφυλάκισης που είχε καταθέσει. Η πλευρά του κατηγορούμενου, προσέφυγε κατά της απόφασης, και τώρα μένει να φανεί εάν το Δικαστικό Συμβούλιο θα αποφασίσει να αφεθεί ελεύθερος ή να παραμείνει στη φυλακή.