Search
Close this search box.
Search

Διαταγές Πληρωμής: Το «νόμιμο» προσωπείο μιας δικαστικής απάτης;

Πριν 1 ώρα

Γράφει ο Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, Λεωνίδας Χρ. Στάμος

Η διαταγή πληρωμής είναι, στην πράξη, το πιο ισχυρό όπλο που διαθέτει ένας δανειστής. Με μια συνοπτική διαδικασία, μπορεί να αποκτήσει έναν εκτελεστό τίτλο που οδηγεί απευθείας σε κατασχέσεις και πλειστηριασμούς. Το σύστημα αυτό όμως βασίζεται σε μια κρίσιμη προϋπόθεση: ότι το ποσό που ζητείται είναι νόμιμο. 

Τι συμβαίνει όμως όταν αυτό δεν ισχύει;

Η ελληνική δικαιοσύνη έχει δώσει την απάντηση ήδη από το 1989. Ο Άρειος Πάγος, με την ιστορική απόφαση 127/1989, ξεκαθάρισε ότι όποιος παραπλανά τον δικαστή παρουσιάζοντας ψευδή γεγονότα ως αληθινά για να πετύχει την έκδοση δικαστικής απόφασης, διαπράττει το αδίκημα της απάτης. Το κρίσιμο σημείο της απόφασης είναι ότι δεν έχει σημασία αν το έγγραφο φαίνεται «κανονικό» και τυπικά έγκυρο. Σημασία έχει αν το περιεχόμενό του —δηλαδή το ποσό που εμφανίζει— είναι αληθινό. 

Με απλά λόγια: ένα τραπεζικό έγγραφο ή μια συναλλαγματική μπορεί να είναι τυπικά σωστά, αλλά ουσιαστικά ψευδή, εάν ενσωματώνουν απαιτήσεις που δεν έχουν νόμιμη βάση. 

Το οχυρό της «αοριστίας»

Στην πραγματικότητα, αυτό δεν είναι θεωρία. Σε αναρίθμητες υποθέσεις, τα ποσά που διεκδικούνται περιλαμβάνουν χρεώσεις που αμφισβητούνται σοβαρά: παράνομοι ανατοκισμοί, εισφορές (όπως του Ν. 128/75) που ενσωματώνονται στο κεφάλαιο και επιβαρύνσεις που «φουσκώνουν» την απαίτηση χωρίς να προκύπτει η προέλευσή τους. 

Εδώ αναδύεται το πραγματικό πρόβλημα. Όταν ο οφειλέτης προσπαθεί να αμυνθεί, βρίσκεται αντιμέτωπος με έναν ανυπέρβλητο τοίχο: την «αοριστία». Τα δικαστήρια συχνά απορρίπτουν τις ανακοπές με το σκεπτικό ότι ο οφειλέτης δεν προσδιορίζει με μαθηματική ακρίβεια ποιο ακριβώς ποσό είναι παράνομο.

Αυτό ακούγεται λογικό, αλλά δεν είναι. Διότι ο οφειλέτης δεν έχει τα στοιχεία. Δεν έχει πρόσβαση στους αναλυτικούς υπολογισμούς και στις εσωτερικές κινήσεις των τραπεζών. Αυτά βρίσκονται αποκλειστικά στα χέρια του δανειστή. Έτσι, αυτός που διαμορφώνει το ποσό ελέγχει και τα στοιχεία που το αποδεικνύουν, ενώ ο πολίτης καλείται να αποδείξει το «λάθος» χωρίς εργαλεία.

Η δικαιοσύνη δεν είναι λογιστική άσκηση

Το αποτέλεσμα είναι η ουσία να χάνεται πίσω από τον τύπο. Η συζήτηση στις δικαστικές αίθουσες δεν γίνεται για το αν το ποσό είναι νόμιμο, αλλά για το αν ο οφειλέτης κατάφερε να το αποδομήσει τεχνικά. Αν δεν το καταφέρει, η διαταγή πληρωμής παραμένει σε ισχύ, ανεξάρτητα από το αν περιέχει στοιχεία που η ίδια η νομολογία του Αρείου Πάγου χαρακτηρίζει ως προϊόν απάτης. 

Το δίκαιο της απάτης επί δικαστηρίου ορίζει ότι δεν μπορείς να κερδίζεις μια απόφαση παραπλανώντας τον δικαστή. Όμως, η δικονομική «αοριστία» μετατρέπεται συχνά σε καταφύγιο, επιτρέποντας την επιβολή απαιτήσεων που δεν έχουν ελεγχθεί στην ουσία τους. 

Το ζήτημα είναι βαθιά θεσμικό. Η δικαιοσύνη οφείλει να ερευνά την αλήθεια και όχι να την απορρίπτει επειδή δεν παρουσιάστηκε με τη «σωστή φόρμα». Αν ένα σύστημα επιτρέπει την έκδοση εκτελεστών τίτλων χωρίς ουσιαστικό έλεγχο, κινδυνεύει να λειτουργεί —έστω και άθελά του— ως μηχανισμός νομιμοποίησης παράνομων χρεώσεων. Και αυτό είναι κάτι που η ίδια η έννοια του Κράτους Δικαίου δεν μπορεί να αποδεχθεί.

 

Δημοφιλη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Search
Close this search box.