Του Γιώργου Δημοπουλου
π. Προέδρου περιφερειακού συμβουλίου Αττικής
Το τελευταίο διάστημα, με αφορμή την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, η δημόσια συζήτηση περιστρέφεται ξανά γύρω από μια παλιά, αλλά διαχρονικά επίκαιρη παθογένεια και αυτή είναι το ρουσφέτι.
Μαζί του επανέρχεται και το κρίσιμο ερώτημα για τα όρια , πού τελειώνει η «εξυπηρέτηση» του πολίτη και πού αρχίζει η διαφθορά;
Ας δεχθούμε, έστω ως υπόθεση εργασίας, ότι οι όποιες πολιτικές παρεμβάσεις δεν συνοδεύονται από άμεσο αντάλλαγμα. Ακόμη κι έτσι, το ζήτημα δεν εξαντλείται.
Αντιθέτως, αναδεικνύει ένα βαθύτερο, θεμελιώδες ερώτημα για την ποιότητα της ίδιας της Δημοκρατίας, δηλαδή πώς αναδεικνύεται σήμερα μια πολιτική προσωπικότητα στη δημόσια σφαίρα;
Η πραγματικότητα δείχνει ότι οι δρόμοι είναι συγκεκριμένοι και συχνά προδιαγεγραμμένοι και γίνεται λόγος για κομματική προώθηση, στήριξη από ισχυρά οικονομικά συμφέροντα ή πολιτική κληρονομιά.
Και όταν κάποιος δεν διαθέτει τίποτα από τα παραπάνω; Τότε, θεωρητικά, απομένει η οδός της προσωπικής διαδρομής , η επαγγελματική και ακαδημαϊκή καταξίωση και, κυρίως, η άντληση πολιτικής δύναμης απευθείας από την κοινωνία.
Στην πράξη, όμως, πώς επιτυγχάνεται αυτό στη χώρα μας;
Η απάντηση δεν είναι πάντα κολακευτική. Είτε μέσω κατευθυνόμενης προβολής στα μέσα ενημέρωσης είτε μέσω «διευκολύνσεων» που βαφτίζονται ανιδιοτελείς.
Για δεκαετίες, η παροχή «βοήθειας» έχει παγιωθεί ως άτυπη υποχρέωση του πολιτικού προς τον πολίτη , ιδιαίτερα σε ένα κράτος που συχνά βιώνεται ως γραφειοκρατικό, άδικο και τιμωρητικό.
Κάπως έτσι, ιδίως μετά τη «χρυσή» δεκαετία του ’80, διαμορφώθηκε μια ιδιότυπη ισορροπία, στην ουσία ένας άτυπος αγώνας δρόμου μεταξύ πολιτικών και πολιτών. Πολιτικά κόμματα επένδυσαν σε δίκτυα εξυπηρετήσεων, καλλιεργώντας μια κουλτούρα αμοιβαίων προσδοκιών.
Ο πολιτικός καλείται να επιλέξει αν θα κρατήσει «κλειστή πόρτα» και θα χαρακτηριστεί αχάριστος — άρα πολιτικά αδύναμος — ή θα ενδώσει στην πίεση της εξυπηρέτησης και θα ανταμειφθεί εκλογικά;
Θα ήταν, ωστόσο, άδικο να αγνοήσουμε έναν κρίσιμο παράγοντα και αυτή είναι η αξιοσύνη.
Υπάρχουν — και δεν είναι λίγες — οι περιπτώσεις όπου η αξία, η γνώση και η επαγγελματική επάρκεια συνυπάρχουν με τις παραπάνω διαδρομές ανάδειξης.
Με μια ουσιώδη διαφορά όμως , αντί αυτά τα χαρακτηριστικά να αποτελούν τη βασική προϋπόθεση για την ανάληψη ευθύνης, συχνά λειτουργούν απλώς ως συμπληρωματικά προσόντα.
Για πολλούς εδώ βρίσκεται η καρδιά του προβλήματος. Σε μια ώριμη Δημοκρατία, η αποτελεσματικότητα στο πολιτικό έργο — όχι στο ρουσφέτι — η επιστημονική γνώση, η καλλιέργεια και η επαγγελματική διαδρομή θα έπρεπε να είναι αδιαπραγμάτευτα κριτήρια. Όχι «ευπρόσδεκτα μπόνους», αλλά οι βασικοί όροι για να κρατά κανείς το τιμόνι της χώρας.
Τα τελευταία χρόνια, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι έχουν γίνει σημαντικά βήματα εκσυγχρονισμού, ιδίως στον τομέα της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης. Ωστόσο, η απόσταση δεν έχει ακόμη καλυφθεί. Το κράτος εξακολουθεί συχνά να κινείται ένα βήμα πίσω από τις ανάγκες των πολιτών του.
Το ζητούμενο είναι ένα κράτος που δεν θα χρειάζεται «διαμεσολαβητές» για να λειτουργήσει. Ένα κράτος που θα στέκεται δίπλα στον πολίτη σε κάθε του ιδιότητα — ως οικογενειάρχη, ασθενή, φοιτητή, εργαζόμενο, επιχειρηματία.
Με δημόσιους λειτουργούς που τιμούν τον ρόλο τους και θεσμούς που λειτουργούν απρόσωπα, δίκαια και αποτελεσματικά.
Ένα κράτος στο οποίο δεν θα είναι αναγκαίο να ζητήσεις τη βοήθεια υπουργού ή βουλευτή για τα αυτονόητα.
Η ευθύνη, όμως, δεν βαραίνει μόνο το πολιτικό σύστημα. Αφορά και την ίδια την κοινωνία. Ως πολίτες, καλούμαστε να επαναπροσδιορίσουμε τα κριτήριά μας, να φιλτράρουμε χωρίς προκαταλήψεις και να αφήσουμε πίσω μας παρωχημένα κομματικά ταμπού.
Η αλλαγή δεν είναι αφηρημένη έννοια. Είναι επιλογή.
Και αυτή τη φορά, είναι πραγματικά στο χέρι μας.