Στην αφήγησή της, η «Άνια» (σ.σ. δεν είναι το πραγματικό όνομά της) λέει ότι, μία εβδομάδα μετά τον θάνατο του χρηματιστή στις φυλακές, άνοιξε την πόρτα του διαμερίσματός της στη Νέα Υόρκη. Έξω από το σπίτι βρισκόταν ο αδελφός του Επστάιν, Μαρκ, ο οποίος, όπως υποστηρίζει η ίδια, της είπε ότι έπρεπε να φύγει.
Η Άνια ζούσε επί χρόνια σε ένα από τα διαμερίσματα της East 66th Street στο Μανχάταν, τα οποία χρησιμοποιούσε ο Τζέφρι Επστάιν για να στεγάζει γυναίκες, τις οποίες κακοποιούσε. Μέσα σε μία στιγμή έχασε το σπίτι της, ταυτόχρονα όμως κατάφερε να ξεφύγει από έναν εφιάλτη.
Ο Μαρκ Επστάιν αρνείται ότι γνώριζε τις εγκληματικές πράξεις του αδελφού του. «Ακόμη προσπαθώ να αποδεχθώ το γεγονός ότι κακοποιούμουν επί χρόνια» λέει η Άνια. «Δεν ήσουν αλυσοδεμένη σε κάποια πόρτα, σωστά;» εξηγεί. «Δεν ήσουν κλειδωμένη σε ένα υπόγειο. Οι αλυσίδες δεν ήταν εμφανείς, αλλά υπήρχαν».
Ο Επστάιν, ο οποίος αυτοκτόνησε στο κελί του το 2019, ενώ περίμενε να δικαστεί για διακίνηση και σεξουαλική εκμετάλλευση ανηλίκων, συνήθιζε να λέει ότι το σύστημα που είχε δημιουργήσει ήταν «σαν αίρεση και ότι ο ίδιος ήταν ο αρχηγός της», σύμφωνα με την Άνια.
Οι «βοηθοί» ήταν μια ομάδα γυναικών -περίπου 12 σε κάθε δεδομένη χρονική περίοδο, όπως εκτιμά η Άνια- τις οποίες στέγαζε ο Επστάιν. Οι γυναίκες εργάζονταν όλες τις ώρες της ημέρας και της νύχτας, ανταποκρινόμενες σε κάθε του απαίτηση, ενώ παράλληλα υφίσταντο συστηματικά σεξουαλική κακοποίηση από τον ίδιο.
Σύμφωνα με την Άνια, οι γυναίκες προσελκύονταν με περίτεχνα ψέματα και κενές υποσχέσεις για εργασία. Στη συνέχεια, ο Επστάιν άρχιζε να ελέγχει σχεδόν κάθε πτυχή της ζωής τους, αξιοποιώντας οποιαδήποτε αδυναμία κατάφερνε να εντοπίσει.
Έλεγχε τα οικονομικά τους, καθόριζε ποιους μπορούσαν να συναντούν και τις υποτιμούσε ψυχολογικά. Παρακολουθούσε εμμονικά το σώμα τους και, όπως λέει η Άνια, την υποχρέωσε να υποβληθεί σε μία περιττή χειρουργική επέμβαση, που την άφησε με παραμορφωτικές ουλές.
Η περιγραφή της για τον έλεγχο που ασκούσε ο Επστάιν επιβεβαιώνεται και από τη Σάρα Κέλεν, μία ακόμη πρώην βοηθό του. Η Κέλεν περιέγραψε νωρίτερα φέτος στην Επιτροπή Εποπτείας της Βουλής των Αντιπροσώπων των ΗΠΑ πώς ο Επστάιν παρουσιαζόταν στις γυναίκες ως ο… σωτήρας τους.
«Ήταν πολύ καλός στο να καταστρέφει ολοκληρωτικά την ικανότητά σου να παίρνεις τις δικές σου αποφάσεις και να διαθέτεις αυτονομία. Αυτό σε έκανε να εξαρτάσαι όλο και περισσότερο από εκείνον» είπε.
«Ήταν ολόκληρη παγίδα»
Μετά την καταδίκη του το 2008 για την κακοποίηση ενός νέου κοριτσιού, το οποίο είχε προσελκύσει, προσφέροντάς του εργασία ως μασέζ, ο Επστάιν άλλαξε τακτική. Άρχισε να στοχεύει κυρίως ενήλικες γυναίκες, οι περισσότερες από τη Ρωσία ή από άλλες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης.
Δεν άργησε να αναζητήσει καταφύγιο στην Ευρώπη, όπου εργάστηκε ως μοντέλο για πολυτελείς οίκους όπως οι Fendi και Chanel. Είχε φίλους, ένα δίκτυο υποστήριξης και την οικογένειά της, την οποία μπορούσε να επισκέπτεται αεροπορικώς όποτε το επιθυμούσε.
Στις αρχές της τρίτης δεκαετίας της ζωής της μπήκε στον κύκλο του Επστάιν, όταν επισκέφθηκε ένα πρακτορείο στο Παρίσι και γνώρισε τον κυνηγό μοντέλων Ντάνιελ Σιάντ. Εκείνος επαίνεσε την ευφυΐα της, κάτι που, όπως λέει η ίδια, «δεν είναι συνηθισμένο στη βιομηχανία του μόντελινγκ», και πρότεινε να την συστήσει σε έναν φίλο του με διασυνδέσεις στον χώρο της μόδας: τον Τζέφρι Επστάιν.
Η Άνια λέει ότι παλαιότερα αναρωτιόταν τι θα είχε συμβεί, εάν δεν είχε περάσει εκείνη την ημέρα από το πρακτορείο. Πλέον, όμως, πιστεύει ότι είχε επιλεγεί σκόπιμα ως στόχος. «Ήταν ολόκληρη παγίδα» λέει, χαρακτηρίζοντας τον Σιάντ «ουσιαστικά επαγγελματία διακινητή ανθρώπων».
Το όνομα του Σιάντ εμφανίζεται χιλιάδες φορές στους φακέλους Επστάιν, την τεράστια συλλογή εγγράφων για τον χρηματιστή που δόθηκε στη δημοσιότητα από την αμερικανική κυβέρνηση τον περασμένο Ιανουάριο.
Η πρώτη συνάντηση στο Παρίσι
Η Άνια συνάντησε για πρώτη φορά τον Επστάιν στο τεράστιο διαμέρισμά του στο Παρίσι, το οποίο διέθετε 18 δωμάτια και βρισκόταν κοντά στην Αψίδα του Θριάμβου. Ο χώρος ήταν διακοσμημένος με φωτογραφίες του Επστάιν δίπλα σε προσωπικότητες όπως ο Μπιλ Κλίντον και άλλοι παγκόσμιοι ηγέτες.
Η Άνια ένιωσε ασφαλής, επειδή στον χώρο βρίσκονταν δύο ακόμη γυναίκες: μία Ρωσίδα και η τότε σύντροφος του Επστάιν, η οποία καταγόταν από την Ανατολική Ευρώπη.
Σύμφωνα με τη μαρτυρία της, ο Επστάιν της ζήτησε να γδυθεί, ώστε να εξετάσει το σώμα της για τις ανάγκες του μόντελινγκ. Ενώ στεκόταν μπροστά του με τα εσώρουχά της, εκείνος της είπε ότι «δεν ήταν σε καλή φυσική κατάσταση», ότι έπρεπε «να αρχίσει να γυμνάζεται» και την αποκάλεσε «τεμπέλα».
Παρόμοια σχόλια ήταν συνηθισμένα στον χώρο του μόντελινγκ, λέει η Άνια, γι’ αυτό και πίστεψε τους ισχυρισμούς του ότι, εάν εργαζόταν σκληρά, θα τη σύστηνε στους κατάλληλους ανθρώπους. Ο Επστάιν τη ρώτησε για την οικογένειά της, τα ενδιαφέροντά της, «τι προσπαθούσα να πετύχω στη ζωή μου, γιατί ασχολούμουν με το μόντελινγκ, όλα όσα είχαν σημασία για εμένα». «Δεν σου κάνουν τέτοιες ερωτήσεις στη μόδα» λέει.
Αρκετές γυναίκες έχουν αναφέρει στο BBC ότι ο Επστάιν ήθελε να μαθαίνει τι είχε σημασία για εκείνες, ώστε αργότερα να χρησιμοποιήσει αυτές τις πληροφορίες εναντίον τους. Παράλληλα, αντιμετώπισε ευθέως τις επιφυλάξεις της. «Βλέπω ότι είσαι έξυπνη και καχύποπτη» θυμάται να της λέει. «Δεν θέλω να κοιμηθώ μαζί σου».
Η δήλωση αυτή την έκανε να νιώσει ακόμη μεγαλύτερη ασφάλεια. «Έλεγα στον εαυτό μου: “Θεέ μου, αυτός ο άνθρωπος είναι απίστευτος. Μπορεί να δει μέσα μου”» αναφέρει.
Αυτή ήταν μόνο η αρχή μιας διαδικασίας χειραγώγησης που επρόκειτο να εξελιχθεί επί πολλούς μήνες, με τον Επστάιν να την κρατά σε αναμονή μέσω κενών υποσχέσεων και μιας παρατεταμένης εξαπάτησης. Για σχεδόν έναν χρόνο, η Άνια άρχισε να γυμνάζεται «με θρησκευτική προσήλωση», προκειμένου να αποκτήσει το σώμα που επιθυμούσε ο Επστάιν.
Η Λέσλι Γκροφ, η εκτελεστική βοηθός που διαχειριζόταν το ημερολόγιό του, της έστελνε email ζητώντας ενημέρωση για την πρόοδό της. Ο Επστάιν την πίεζε να του στέλνει φωτογραφίες, λέγοντάς της να μην είναι «ντροπαλή», όταν επέμενε να του στείλει γυμνές εικόνες της.
Τελικά, ο Επστάιν κανόνισε, όπως είχε υποσχεθεί, μία συνάντηση ανάμεσα στην Άνια και τη συνιδρύτρια του πρακτορείου μοντέλων Next Management, Φέιθ Κέιτς. Η συνάντηση διήρκεσε λιγότερο από 30 λεπτά και στην Άνια είπαν ότι ο Επστάιν θα την ενημέρωνε για την απόφαση.
Ο χρηματιστής της είπε στη συνέχεια ότι το Next δεν ήθελε να συνεργαστεί μαζί της, επειδή «δεν ήταν αρκετά καλή για την αγορά της Νέας Υόρκης», προσθέτοντας και πάλι ότι δεν βρισκόταν σε καλή φυσική κατάσταση.
Η Άνια απογοητεύτηκε βαθιά. Ο Επστάιν της πρότεινε τότε να τον επισκεφθεί στο Παλμ Μπιτς της Φλόριντα, όπου βρισκόταν σε καθεστώς ημερήσιας άδειας, ενώ εξέτιε την ποινή του. Όπως λέει η ίδια, ο Επστάιν είχε αποδώσει την καταδίκη του σε ένα κορίτσι που δήθεν τον είχε εξαπατήσει, χρησιμοποιώντας πλαστή ταυτότητα.
Για να τον επισκεφθεί, η Άνια χρειάστηκε να υπογράψει σε ένα βιβλίο εισόδου που τηρούσε ένας ένστολος αστυνομικός. Ο Επστάιν την οδήγησε σε ένα πίσω δωμάτιο, όπου, σύμφωνα με τη μαρτυρία της, την βίασε για πρώτη φορά. Τουλάχιστον δύο ακόμη γυναίκες έχουν καταγγείλει ότι ο Επστάιν τις κακοποίησε σεξουαλικά κατά τη διάρκεια έκτισης της ποινής του.
Μετά την επίθεση, ο Επστάιν την έβγαλε από το πίσω δωμάτιο και άρχισε να αστειεύεται με τις άλλες βοηθούς που περίμεναν απ’ έξω, λέγοντας ότι η Άνια ήταν «τόσο ντροπαλή». Όλες γέλασαν εις βάρος της και η αντίδρασή τους την έκανε να κατηγορήσει τον εαυτό της. «Σκέφτηκα ότι ίσως δεν είχε συμβεί πραγματικά κάτι κακό. Ίσως ήταν η δική μου αντίδραση, που ήταν λανθασμένη» λέει. «Ίσως έφταιγε η ρωσική ανατροφή μου, ίσως το πόσο αυστηροί ήταν οι γονείς μου. Πίστευα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με εμένα και όχι με εκείνον».
Τα έγγραφα που αποκάλυψαν την εξαπάτηση
Μόνο όταν δημοσιοποιήθηκαν οι φάκελοι Επστάιν κατάλαβε η Άνια, όπως λέει, τι είχε πραγματικά συμβεί. Τα email έδειχναν ότι, παρά τη δια ζώσης συνάντησή της με τη Φέιθ Κέιτς, η ιδρύτρια του πρακτορείου την είχε στην πραγματικότητα απορρίψει έναν ολόκληρο χρόνο νωρίτερα.
Η Άνια συνειδητοποίησε ότι ο Επστάιν την κρατούσε επί μήνες σε αναμονή και την είχε οδηγήσει σκόπιμα σε αποτυχία, στο πλαίσιο «ενός εξαιρετικά περίτεχνου grooming». Όταν πλέον ήταν ευάλωτη, απομονωμένη και μακριά από την πατρίδα της, ο Επστάιν επιτέθηκε.
Συνέχισε μάλιστα, μετά την απόρριψή της από το πρακτορείο, να διατηρεί ζωντανή την προοπτική μίας καριέρας στο μόντελινγκ, συστήνοντας την Άνια στον Ζαν-Λικ Μπρουνέλ, ιδρυτή του πρακτορείου MC2.
Δεν της αποκάλυψε ότι ήταν ένας από τους χρηματοδότες της εταιρείας. Το MC2 έχει κλείσει τα γραφεία του στο Μαϊάμι και τη Νέα Υόρκη, ενώ ο ιδρυτής του εναπομείναντος παραρτήματός του στο Ισραήλ έχει δηλώσει στο παρελθόν ότι δεν είχε καμία σχέση με τον Επστάιν.
Η Άνια λέει ότι από το πρακτορείο προέκυψαν «σχεδόν μηδενικές» δουλειές. Αντί για επαγγελματικές φωτογραφίσεις, ο ατζέντης της, της έλεγε ότι θα ταξίδευε στο Παλμ Μπιτς για μία «απευθείας κράτηση».
Ωστόσο, εκεί δεν την περίμενε καμία δουλειά ως μοντέλο. Την περίμενε μόνο περισσότερη κακοποίηση από τον Επστάιν. Έπειτα από κάποιο διάστημα, ο Επστάιν τής είπε ότι το μόντελινγκ δεν της ταίριαζε και ότι η συγκεκριμένη βιομηχανία είχε πεθάνει.
Η Άνια θυμάται να της λέει: «Έλα να δουλέψεις για εμένα. Θα σου μάθω μία πραγματική δουλειά. Θα ταξιδεύεις και θα γνωρίζεις σημαντικούς ανθρώπους σε όλον τον κόσμο».
Η εργασία ως βοηθός του Επστάιν, όμως, δεν ήταν αυτό που είχε φανταστεί. Όπως αναφέρει, δεν της δίδαξε τίποτα σχετικά με τις επιχειρήσεις. Αντίθετα, περνούσε μεγάλο μέρος της ημέρας περιμένοντας να της αναθέσει κάποια εργασία, ενώ ο ίδιος την επέπληττε, επειδή καθόταν χωρίς να κάνει τίποτα.
Κάποια στιγμή, η Άνια βγήκε για φαγητό με έναν γνωστό της. Ο Επστάιν «τρελάθηκε», όπως λέει, τηλεφωνώντας της επανειλημμένα και επιμένοντας ότι δεν μπορούσε ποτέ να φύγει από το σπίτι, χωρίς την άδειά του.
Η απόλυτη οικονομική και πρακτική εξάρτηση
Η Άνια είχε γίνει απολύτως εξαρτημένη από τον Επστάιν. Όταν αρρώσταινε και χρειαζόταν ιατρική περίθαλψη, εκείνος της έλεγε: «Εγώ είμαι η ασφάλιση υγείας σου». Δεν διέθετε τραπεζικό λογαριασμό ούτε τα απαραίτητα έγγραφα για να νοικιάσει δικό της σπίτι. Παρ’ όλα αυτά, ο Επστάιν την έδιωξε αρκετές φορές από το διαμέρισμα στο Μανχάταν, λέγοντάς της να «βρει μόνη της πού να μείνει».
Όλα αυτά αποτελούσαν ισχυρούς μηχανισμούς ελέγχου, εξηγεί. Ο Επστάιν άρχισε να της καταβάλλει έναν μικρό μισθό μόνο αρκετά χρόνια αργότερα, επειδή αυτό αποτελούσε προϋπόθεση για τη βίζα της. Συχνά της έλεγε: «Μην ανησυχείς, εγώ θα σε στηρίζω πάντοτε».
Την ίδια περίοδο, σύμφωνα με την Άνια, η σεξουαλική κακοποίηση συνεχιζόταν συστηματικά.
Η ίδια θυμάται και μία περίπτωση, κατά την οποία μία από τις βοηθούς το έσκασε. Η γυναίκα επικοινώνησε τηλεφωνικά μαζί της κατά τη διάρκεια της φυγής της, γεγονός που προκάλεσε φόβο στην Άνια ότι ο Επστάιν θα ανακάλυπτε πως είχαν μιλήσει, καθώς εκείνος ήταν ιδιοκτήτης των τηλεφώνων τους και παρακολουθούσε τις κλήσεις τους.
Ο Επστάιν προσέλαβε ιδιωτικό ερευνητή για να εντοπίσει τη βοηθό που είχε εξαφανιστεί. Στη συνέχεια, όπως λέει η Άνια, της έδειξε ένα email, στο οποίο αναλύονταν τα ποσά που υποτίθεται ότι του χρωστούσε η γυναίκα. Το συνολικό ποσό ανερχόταν σε 700.000 δολάρια. Το μήνυμα ήταν σαφές: «εάν φύγεις, θα μου χρωστάς χρήματα και θα σε κυνηγήσω για να τα πάρω πίσω».
Τα χρήματα δεν ήταν το μόνο μέσο πίεσης που χρησιμοποιούσε ο Επστάιν. Σύμφωνα με την Άνια, συγκέντρωνε επίσης υλικό που μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για εκβιασμό και της υπενθύμιζε ότι είχε στην κατοχή του γυμνές φωτογραφίες της.
Σε μία περίπτωση συγκέντρωσε τις βοηθούς του για μία φωτογράφιση. Τις ενθάρρυνε να βγάλουν το επάνω μέρος των ρούχων τους και να χορεύουν χαρούμενες, επιμένοντας ότι η σκηνή έπρεπε να βιντεοσκοπηθεί. Η Άνια θυμάται ότι τους είπε: «Με αυτόν τον τρόπο ξέρω ότι δεν θα στραφείτε ποτέ εναντίον μου».
Υπονοούσε ότι, εάν έδειχνε το βίντεο, θα ήταν δύσκολο για τις γυναίκες να ισχυριστούν ότι δεν είχαν συναινέσει. «Αυτή ήταν η βιβλιοθήκη των αποδεικτικών στοιχείων του» λέει η Άνια.
Ο χρηματιστής ανάγκαζε επίσης τις βοηθούς του να του στέλνουν email, τα οποία οι ίδιες αποκαλούσαν «επιστολές ευγνωμοσύνης». Σε αυτά ευχαριστούσαν με υπερβολικά εγκωμιαστικό τρόπο τον άνθρωπο που τις κακοποιούσε! «Νομίζω ότι, εν μέρει, αυτές οι επιστολές ευγνωμοσύνης αποτελούσαν έναν ακόμη μηχανισμό, με τον οποίο μπορούσε να λέει: “Πώς μπορείς να στραφείς εναντίον μου, αφού με ευχαριστείς συνεχώς;”» αναγνωρίζει η Άνια.
Ο Επστάιν έστρεφε επίσης τις βοηθούς τη μία εναντίον της άλλης. Άφηνε σκόπιμα να διαρρεύσει ότι κάποια άλλη γυναίκα ήταν «θυμωμένη» μαζί της, επειδή ήταν «άχρηστη και τόσο τεμπέλα». Στη συνέχεια, όμως, έλεγε ότι ο ίδιος «την υπερασπιζόταν» ως «ο μεγαλύτερος υποστηρικτής της». Με αυτόν τον τρόπο εμπόδιζε τις γυναίκες να αναπτύξουν πραγματικές σχέσεις μεταξύ τους και τις καθιστούσε ευκολότερες στον έλεγχο.
Η χειρουργική επέμβαση που άφησε ουλές
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, περιγράφει το BBC, η Άνια σήκωσε την μπλούζα της και αποκάλυψε αρκετές ουλές στην κοιλιά της. Στη συνέχεια έδειξε παλιές φωτογραφίες από την εποχή που εργαζόταν ως μοντέλο. Σε αυτές διακρίνεται ένα μικρό τατουάζ που είχε κάνει όταν ήταν έφηβη.
Ο Επστάιν ήθελε να το αφαιρέσει και, σύμφωνα με την ίδια, ένας γιατρός ήρθε στο σπίτι του. Ο χρηματιστής δεν ήθελε να ακολουθήσει θεραπεία με λέιζερ, επειδή θα χρειαζόταν πολύ χρόνο. Πρότεινε, λοιπόν, στον γιατρό να κόψει το δέρμα πάνω στο οποίο βρισκόταν το τατουάζ.
Η γυναίκα υποβλήθηκε στην επέμβαση, η οποία άφησε ουλές στο σώμα της. Έναν χρόνο αργότερα, ο Επστάιν επέμεινε να επαναληφθεί, επειδή δεν του άρεσε το αποτέλεσμα.
Το «οικοσύστημα κακοποίησης»
Το «πιο ντροπιαστικό» μέρος της ζωής της δίπλα στον Επστάιν ήταν, όπως λέει η Άνια με δάκρυα στα μάτια, ότι αναγκάστηκε να στρατολογεί άλλες γυναίκες. Κάθε βοηθός έπρεπε να φέρει τουλάχιστον μία ακόμη γυναίκα, ενώ ο Επστάιν τούς έλεγε να στρατολογούν νεαρές γυναίκες, που έμοιαζαν με την Άνια.
«Είτε είναι μία είτε δέκα, έχεις ήδη γίνει συνεργός» λέει. «Είχε δημιουργήσει ένα ολόκληρο οικοσύστημα κακοποίησης, που λειτουργούσε για να τον εξυπηρετεί», αναφέρει. «Όταν βλέπεις ανθρώπους όπως ο Μπιλ Γκέιτς να έρχονται στο σπίτι του για δείπνο και να του σφίγγουν το χέρι, σκέφτεσαι: “Ποια είμαι εγώ για να το αμφισβητήσω; Ποια είμαι εγώ για να μιλήσω;”. Αυτό νομιμοποιούσε την κακοποίηση».
Τόσο η Άνια όσο και η Σάρα Κέλεν έχουν λάβει αποζημίωση από το Ταμείο Αποζημίωσης Θυμάτων του Επστάιν, το οποίο δημιουργήθηκε για να προσφέρει οικονομική στήριξη στις επιζώσες.
Για τη χορήγηση των αποζημιώσεων απαιτούνταν η κατάθεση στοιχείων που επιβεβαίωναν τις καταγγελίες κακοποίησης. «Όσο ζούσε, δεν μίλησα σε ούτε έναν άνθρωπο για όλα αυτά» λέει η Άνια.
Πλέον, ελπίζει ότι η φωνή της θα μπορέσει να βοηθήσει έστω και μία γυναίκα να ξεφύγει από μία κακοποιητική σχέση…