Search
Close this search box.
Search

Μεγάλα δάνεια, µεγάλοι όµιλοι: Πότε ο επιχειρηµατικός κίνδυνος αφορά ολόκληρη την οικονοµία

Πριν 1 ώρα

Τι µπορεί να συµβεί όταν οι ίδιες τράπεζες έχουν δανείσει πολύ µεγάλα ποσά στους ίδιους λίγους επιχειρηµατικούς οµίλους; Και τι µπορεί να συµβεί εάν ένας από αυτούς τους οµίλους αντιµετωπίσει κάποια στιγµή σοβαρό οικονοµικό πρόβληµα;

Το ερώτηµα δεν είναι θεωρητικό. Το θέτει, ουσιαστικά, το ίδιο το Διεθνές Νοµισµατικό Ταµείο στην πρόσφατη αξιολόγηση του ελληνικού χρηµατοπιστωτικού συστήµατος.

Η έκθεση του ΔΝΤ αναδεικνύει ένα ζήτηµα που πρέπει να µας απασχολήσει: τη µεγάλη συγκέντρωση τραπεζικών χρηµατοδοτήσεων σε έναν σχετικά περιορισµένο αριθµό µεγάλων επιχειρήσεων. Σύµφωνα µε τα στοιχεία του Ταµείου, οι δέκα µεγαλύτερες κοινές εταιρικές εκθέσεις των τεσσάρων συστηµικών τραπεζών αντιστοιχούν, µετά τα µέτρα περιορισµού του πιστωτικού κινδύνου, περίπου στο 81% των συνολικών κεφαλαίων Tier 1 των τραπεζών.

Με απλά λόγια: οι τέσσερις µεγάλες ελληνικές τράπεζες έχουν σηµαντικά ανοίγµατα προς ορισµένους από τους ίδιους µεγάλους επιχειρηµατικούς οµίλους.

Γιατί µας ενδιαφέρει αυτό; Διότι, όπως επισηµαίνει το ΔΝΤ, εάν ένας ή περισσότεροι από τους µεγαλύτερους αυτούς εταιρικούς δανειολήπτες αντιµετώπιζαν σοβαρή οικονοµική δυσχέρεια, οι επιπτώσεις θα µπορούσαν να είναι σηµαντικές για ολόκληρο το ελληνικό χρηµατοπιστωτικό σύστηµα. Γι’ αυτό και το Ταµείο ζητά µεγαλύτερη παρακολούθηση αυτών των χρηµατοδοτήσεων και καλύτερους µηχανισµούς έγκαιρου εντοπισµού πιθανών κινδύνων.

Αυτό δεν σηµαίνει ότι αύριο θα υπάρξει πρόβληµα. Σηµαίνει ότι ο κίνδυνος πρέπει να µετριέται και η Πολιτεία να είναι προετοιµασµένη πριν χρειαστεί να τον αντιµετωπίσει.

Η περίπτωση της ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ

Μέσα σε αυτή τη συζήτηση ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η περίπτωση της ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ. Τις τελευταίες ηµέρες έχουν δηµοσιευθεί στον οικονοµικό και ηλεκτρονικό Τύπο αναφορές που εστιάζουν στον υψηλό δανεισµό του Οµίλου, στην αύξηση των συνολικών δανειακών του υποχρεώσεων και στο µέγεθος της τραπεζικής χρηµατοδότησης ενός από τους µεγαλύτερους οµίλους υποδοµών της χώρας.

Σύµφωνα µε τα δηµοσιευµένα οικονοµικά στοιχεία, στις 30 Ιουνίου 2026 ο συνολικός ενοποιηµένος δανεισµός του Οµίλου ανερχόταν περίπου στα 6 δισ. ευρώ, ενώ το προσαρµοσµένο καθαρό χρέος διαµορφωνόταν σε 3,82 δισ. ευρώ. Πρόκειται για µεγάλα χρηµατοοικονοµικά µεγέθη, τα οποία εξηγούν γιατί το ζήτηµα του δανεισµού της ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ έχει βρεθεί στη δηµόσια συζήτηση.

Ο υψηλός συνολικός δανεισµός ενός µεγάλου επιχειρηµατικού οµίλου δεν σηµαίνει από µόνος του ότι υπάρχει οικονοµικό πρόβληµα. Στην περίπτωση της ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, σχεδόν το σύνολο του προσαρµοσµένου καθαρού χρέους αφορά µακροπρόθεσµες χρηµατοδοτήσεις συγκεκριµένων έργων. Πρόκειται κυρίως για δάνεια που συνδέονται µε έργα παραχώρησης και εξυπηρετούνται από τις ταµειακές ροές των ίδιων των έργων, χωρίς αναγωγή στη µητρική εταιρεία. Πάνω από το 85% αυτού του δανεισµού συνδέεται µε τη Νέα Αττική Οδό και τη Νέα Εγνατία Οδό.

Εδώ όµως προκύπτει ένα κρίσιµο ερώτηµα. Όταν αναφέρεται ότι τα δάνεια αυτά είναι «χωρίς αναγωγή στη µητρική», σηµαίνει ότι σε ένα δυσµενές σενάριο ο κίνδυνος παραµένει αποκλειστικά στις εταιρείες που έχουν αναλάβει τα συγκεκριµένα έργα; Ή υπάρχουν εγγυήσεις, υποχρεώσεις πρόσθετης χρηµατοδότησης, ενεχυριάσεις ή άλλες συµβατικές δεσµεύσεις που, υπό συγκεκριµένες προϋποθέσεις, θα µπορούσαν να µεταφέρουν µέρος του οικονοµικού βάρους στη µητρική εταιρεία; Η απάντηση είναι σηµαντική, γιατί άλλο είναι ένα δάνειο που εξυπηρετείται αποκλειστικά από ένα συγκεκριµένο έργο και άλλο ένα δάνειο για το οποίο, εάν τα πράγµατα εξελιχθούν δυσµενώς, µπορεί να χρειαστεί άµεσα ή έµµεσα οικονοµική στήριξη από τη µητρική.

Μάλιστα, µετά την αύξηση µετοχικού κεφαλαίου του Ιουλίου, η µητρική εταιρεία εµφανίζει σε pro forma βάση καθαρή ταµειακή θέση περίπου 280 εκατ. ευρώ, ενώ τα συνολικά ελεύθερα ταµειακά διαθέσιµα του Οµίλου ανέρχονται περίπου στα 2,2 δισ. ευρώ.

Άρα πρέπει να διαχωρίσουµε δύο πράγµατα: άλλο ο υψηλός δανεισµός και άλλο η οικονοµική αδυναµία.

Τα διαθέσιµα στοιχεία δεν τεκµηριώνουν ότι η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ βρίσκεται σήµερα σε οικονοµική δυσχέρεια. Αυτό όµως δεν σηµαίνει ότι το ύψος και η συγκέντρωση των χρηµατοδοτήσεων δεν πρέπει να εξετάζονται, ιδιαίτερα όταν το ΔΝΤ προειδοποιεί γενικότερα για τη µεγάλη έκθεση των ελληνικών τραπεζών σε περιορισµένο αριθµό µεγάλων εταιρικών πελατών.

Το πραγµατικό ερώτηµα είναι: τι θα συνέβαινε εάν στο µέλλον ένας όµιλος αυτού του µεγέθους αντιµετώπιζε σοβαρή και παρατεταµένη οικονοµική δυσκολία;

Δεν είναι µόνο θέµα τραπεζών

Η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ είναι ένας από τους µεγαλύτερους κατασκευαστικούς και επενδυτικούς οµίλους της χώρας και συµµετέχει σε ορισµένες από τις σηµαντικότερες υποδοµές της Ελλάδας.

Στο τέλος του 2025 το συνολικό ανεκτέλεστο υπόλοιπο έργων του Οµίλου είχε φθάσει στα 9,2 δισ. ευρώ. Μόνο µέσα στο 2025 υπεγράφη η σύµβαση παραχώρησης για τον ΒΟΑΚ, στο τµήµα Χανιά–Ηράκλειο, ύψους 1,75 δισ. ευρώ, ενώ ο Όµιλος έχει κοµβικό ρόλο στη Νέα Αττική Οδό και στη Νέα Εγνατία Οδό.

Ας υποθέσουµε ότι κάποια στιγµή ένας µεγάλος κατασκευαστικός όµιλος αντιµετωπίζει σοβαρό οικονοµικό πρόβληµα. Τι γίνεται µε τα έργα που κατασκευάζει και τους αυτοκινητοδρόµους που διαχειρίζεται; Τι γίνεται µε τους υπεργολάβους, τους προµηθευτές και τους χιλιάδες εργαζοµένους που εξαρτώνται άµεσα ή έµµεσα από αυτά τα έργα;

Και κυρίως: ποιος πληρώνει το πρόσθετο κόστος εάν ένα µεγάλο δηµόσιο έργο καθυστερήσει ή χρειαστεί να αλλάξει ανάδοχο;

Γι’ αυτό το θέµα δεν αφορά µόνο µια εταιρεία και τις τράπεζες που τη χρηµατοδοτούν. Αφορά και το Ελληνικό Δηµόσιο.

Οι µικρές επιχειρήσεις βλέπουν µια διαφορετική πραγµατικότητα

Υπάρχει όµως και µία άλλη πλευρά. Την ώρα που µεγάλοι επιχειρηµατικοί όµιλοι µπορούν να αντλούν χρηµατοδοτήσεις εκατοντάδων εκατοµµυρίων ή και δισεκατοµµυρίων ευρώ, ο µικρός επιχειρηµατίας γνωρίζει πόσο ακριβό µπορεί να είναι ένα πολύ µικρότερο τραπεζικό δάνειο.

Τον Ιούλιο του 2026, το µέσο επιτόκιο για νέα δάνεια έως 250.000 ευρώ ήταν 5,07%, ενώ για δάνεια άνω του 1 εκατ. ευρώ ήταν 4,14%. Για τις µικροµεσαίες επιχειρήσεις συνολικά, το αντίστοιχο µέσο επιτόκιο νέων δανείων συγκεκριµένης διάρκειας µε κυµαινόµενο επιτόκιο ήταν 4,45%.

Φυσικά, ένα µεγάλο και ένα µικρό επιχειρηµατικό δάνειο δεν έχουν το ίδιο προφίλ κινδύνου και δεν µπορούν να συγκριθούν µηχανικά. Ούτε πρέπει να σταµατήσει η χρηµατοδότηση των µεγάλων επιχειρήσεων. Χωρίς αυτή δεν µπορούν να γίνουν αυτοκινητόδροµοι, ενεργειακά έργα και άλλες σηµαντικές επενδύσεις.

Το ζητούµενο είναι εάν το τραπεζικό µας σύστηµα κατανέµει επαρκώς τη χρηµατοδότηση στην πραγµατική οικονοµία και αποφεύγει την υπερβολική συγκέντρωση κινδύνου σε λίγους µεγάλους πελάτες.

Γιατί ανάπτυξη δεν είναι µόνο τα έργα των δισεκατοµµυρίων. Είναι και η µικρή βιοτεχνία, το οικογενειακό κατάστηµα, η µεταποιητική επιχείρηση, ο επαγγελµατίας που θέλει να επενδύσει και να προσλάβει εργαζοµένους.

Πρέπει να υπάρχει σχέδιο πριν εµφανιστεί το πρόβληµα

Εδώ βρίσκεται η ουσία. Έχουν εξετάσει οι αρµόδιες αρχές τι θα συµβεί εάν ένας από τους µεγαλύτερους κοινούς εταιρικούς δανειολήπτες των ελληνικών τραπεζών βρεθεί σε σοβαρή δυσκολία; Έχουν γίνει πραγµατικές ασκήσεις προσοµοίωσης, τα λεγόµενα stress tests, για ένα τέτοιο σενάριο;

Και όταν ο ίδιος επιχειρηµατικός όµιλος έχει σηµαντικές τραπεζικές χρηµατοδοτήσεις και ταυτόχρονα συµµετέχει σε έργα υποδοµής δισεκατοµµυρίων ευρώ, υπάρχει σχέδιο ώστε τα έργα να συνεχιστούν ακόµη και σε ένα ακραίο δυσµενές σενάριο;

Τα ερωτήµατα αυτά δεν στρέφονται εναντίον της ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ ή οποιασδήποτε άλλης µεγάλης ελληνικής επιχείρησης. Αφορούν την ασφάλεια της ελληνικής οικονοµίας.

Η σωστή εποπτεία δεν σηµαίνει ότι θεωρούµε πως µια µεγάλη επιχείρηση θα αποτύχει, όπως ένα stress test µιας τράπεζας δεν σηµαίνει ότι περιµένουµε να καταρρεύσει η συγκεκριµένη τράπεζα. Σηµαίνει ότι εξετάζουµε τι θα συµβεί εάν πραγµατοποιηθεί ένα πολύ δυσµενές σενάριο.

Χρειαζόµαστε µεγάλες και ισχυρές ελληνικές επιχειρήσεις, επενδύσεις και σύγχρονες υποδοµές. Χρειαζόµαστε όµως παράλληλα ισχυρές τράπεζες, πραγµατική χρηµατοδότηση της µικροµεσαίας επιχειρηµατικότητας και µεγαλύτερη διασπορά του τραπεζικού κινδύνου.

Γιατί όταν πολύ µεγάλα δάνεια και κρίσιµες υποδοµές συγκεντρώνονται σε περιορισµένο αριθµό επιχειρηµατικών οµίλων, ένα πρόβληµα που ξεκινά από µία επιχείρηση µπορεί, σε ένα ακραίο σενάριο, να µεταφερθεί στις τράπεζες, στα δηµόσια έργα και τελικά στην πραγµατική οικονοµία.

Η πρόληψη δεν είναι εχθρός της επιχειρηµατικότητας. Είναι η καλύτερη προστασία για τις επιχειρήσεις, τις τράπεζες, τα δηµόσια έργα και, τελικά, για τον ίδιο τον πολίτη.

 

* Βουλευτής Β2′ Δυτικού Τοµέα Αθηνών µε τη ΝΙΚΗ

 

Δημοφιλη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Search
Close this search box.