Search
Close this search box.
Search

Νοσοκόμα αρνείται τις κατηγορίες για τον θάνατο επτά βρεφών και την απόπειρα δολοφονίας άλλων 15 στο Ηνωμένο Βασίλειο

Πριν 4 έτη

H Λούσι Λέτμπι, νοσοκόμα στη μονάδα νεογνών, στο νοσοκομείο Countess of Chester, κατηγορείται για τη δολοφονία επτά μωρών και την απόπειρα δολοφονίας 15 ακόμη.

H Λούσι Λέτμπι, νοσοκόμα στη μονάδα νεογνών, στο νοσοκομείο Countess of Chester,  κατηγορείται για τη δολοφονία επτά μωρών και την απόπειρα δολοφονίας 15 ακόμη. Τα πρωτοσέλιδα στη Βρετανία  την φωτογραφίζουν ως τη γυναίκα-δηλητήριο αλλά η ίδια αρνείται τις κατηγορίες και δηλωνει αθώα στο δικαστήριο του Manchester Crown Court, όπου η δίκη αναμένεται να διαρκέσει έξι μήνες.

Σύμφωνα με τα σχόλια του εισαγγελέα, Νικ Τζόνσον, ήταν  μια «κακόβουλη παρουσία» στο νοσοκομείο. Η γυναίκα αυτή για ένα χρόνο παρέμεινε στη μονάδα νεογνών όπου διέπραττε τις εγκληματικές της πράξεις σε νυχτερινή βάρδια, ενώσο οι γονείς των μωρών δεν ήταν παρόντες και λιγότερο προσωπικό στη μονάδα  βρίσκονταν σε υπηρεσία.

Κατά τη διάρκεια της παραμονής της στο μαιευτήριο σημειώθηκε αύξηση των θανάτων και των σοβαρών νοσήσεων βρεφών. Στη συνέχεια, όταν μεταφέρθηκε  στην ημερήσια βάρδια, καταγράφηκαν και εκεί περισσότερα «ανεξήγητα περιστατικά».

Η Λέτμπι κατηγορείται για τη δολοφονία ενός δίδυμου αγοριού, το οποίο ήταν μόλις μίας ημέρας, ενώ εικάζεται ότι έβαλε στο στόχαστρο και την αδερφή του 28 ώρες αργότερα, η οποίο ωστόσο επέζησε.

Στην ακροαματική διαδικασία ειπώθηκε ότι η Λέτμπι εκ των υστέρων έδειξε «ασυνήθιστο ενδιαφέρον» για τις οικογένειες των παιδιών και τα «παρακολουθούσε» στο Facebook, ενώ ιατρικά έγγραφα σχετικά με τη φροντίδα των μωρών βρέθηκαν όταν η αστυνομία έκανε έφοδο στο σπίτι της χρόνια αργότερα.

Στην έναρξη της δίκης ειπώθηκε ότι προσπάθησε πολλές φορές να σκοτώσει μερικά από τα παιδιά.  Εικάζεται ότι τρία μωρά δολοφονήθηκαν μέσα σε ένα δεκαπενθήμερο

Η Λέτμπι, από το Χέρεφορντ, αρνείται επτά κατηγορίες για φόνο και 15 για απόπειρα δολοφονίας που αφορούσαν 17 μωρά μεταξύ Ιουνίου 2015 και Ιουνίου 2016.

Δημοφιλη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Search
Close this search box.

Σε «τείχος» προσέκρουσε η προσπάθεια της διοίκησης της «Βιολάντα» να επαναλειτουργήσει το δεύτερο εργοστάσιο της μπισκοτοβιομηχανίας, όταν κατέθεσε εκ νέου φάκελο με τα απαραίτητα έγγραφα, στην Περιφέρεια Θεσσαλίας, η οποία με την σειρά της απέρριψε το αίτημα, καθώς και πάλι εντοπίστηκαν παραλείψεις. Ρεπορτάζ: Κωνσταντίνα Χαϊνά Σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες του enikos.gr, η διοίκηση της μπισκοτοβιομηχανίας έχει προχωρήσει σε έναν αγώνα δρόμου, προκειμένου να ανοίξει το δεύτερο εργοστάσιο της «Βιολάντα», στο οποίο είχε μπει λουκέτο για λόγους ασφαλείας, προκειμένου να μην συνέβαινε μια νέα τραγωδία όπως αυτή με τις πέντε νεκρές εργαζόμενες. Έτσι, πριν από περίπου 15 ημέρες, κατατέθηκε, από την πλευρά της διοίκησης της «Βιολάντα», εκ νέου φάκελος με όλα τα απαραίτητα δικαιολογητικά στην Περιφέρεια Θεσσαλίας, ζητώντας την επαναλειτουργία του δεύτερου εργοστασίου. Από την πλευρά της, απέρριψε το σχετικό αίτημα, καθώς, σύμφωνα με πληροφορίες του enikos.gr, εντοπίστηκαν ξανά παραλείψεις στο ζήτημα της πυρασφάλειας. «Δεν γνώριζα για την οσμή του υγραερίου» Την ίδια ώρα, ο ιδιοκτήτης της «Βιολάντα», Κωνσταντίνος Τζιωρτζιώτης, χθες (22/04) πέρασε εκ νέου το κατώφλι του ανακριτή Τρικάλων, για την συμπληρωματική απολογία του, κατηγορούμενος για την ανθρωποκτονία από αμέλεια, αλλά και για την πρόκληση σωματικών βλαβών, καθώς υπενθυμίζεται ότι εκτός από τις πέντε νεκρές εργάτριες, άλλοι επτά εργαζόμενοι τραυματίστηκαν από την φονική έκρηξη. Ο ίδιος φέρεται να αρνήθηκε, για ακόμη μία φορά, ότι γνώριζε για την οσμή υγραερίου στο εργοστάσιο, ενώ φέρεται να επεσήμανε πως παραμένει στο πλευρό των οικογενειών των ανθρώπων που έχασαν την ζωή τους, ζητώντας εκ νέου την αποφυλάκισή του. Ο ιδιοκτήτης της μπισκοτοβιομηχανίας κρατείται προσωρινά από τις 18 Φεβρουαρίου, καθώς οι δικαστικές Αρχές δεν είχαν κάνει δεκτό το πρώτο αίτημα αποφυλάκισης που είχε καταθέσει. Η πλευρά του κατηγορούμενου, προσέφυγε κατά της απόφασης, και τώρα μένει να φανεί εάν το Δικαστικό Συμβούλιο θα αποφασίσει να αφεθεί ελεύθερος ή να παραμείνει στη φυλακή.