Η Δημοτική Αρχή Καισαριανής καταδίκασε υλικές φθορές που προκλήθηκαν στο Μνημείο των 200 κομμουνιστών, στη μαρμάρινη πλάκα που αναφέρει την εκτέλεση την Πρωτομαγιά του 1944. Η κίνηση αυτή σημειώθηκε λίγες ώρες μετά τη δημοσίευση ιστορικών φωτογραφιών που αναδεικνύουν την ηρωική στάση των 200 κομμουνιστών , οι οποίοι παρέμειναν όρθιοι στο εκτελεστικό απόσπασμα, προκαλώντας συγκίνηση και ρίγος.
Σε ανακοίνωσή της, η Δημοτική Αρχή τόνισε ότι «η ιστορική μνήμη δε σβήνει όσο κι αν ενοχλεί κάποιους» και δεσμεύτηκε για την πλήρη αποκατάσταση των φθορών. Παράλληλα, ανακοίνωσε ότι θα πρωτοστατήσει στην ανάδειξη και αναβάθμιση του ιστορικού αυτού τόπου, υπερασπίζοντας την απόδοση της ιστορικής μνήμης και την τιμή στους εκτελεσθέντες κομμουνιστές.
Ολόκληρη η ανακοίνωση του Δήμου Καισαριανής
Η Δημοτική Αρχή καταδικάζει τις υλικές φθορές που προκλήθηκαν στο Μνημείο των 200 κομμουνιστών στην Καισαριανή, στη μοναδική μαρμάρινη πλάκα που ανέφερε το γεγονός της εκτέλεσης την Πρωτομαγιά του 1944.
Η κίνηση αυτή έγινε λίγες ώρες μετά τη δημοσίευση των ιστορικών φωτογραφιών που έχουν προκαλέσει ρίγος συγκίνησης για την ηρωική παλικαρίσια στάση των 200 κομμουνιστών ηρώων οι οποίοι στάθηκαν όρθιοι στο εκτελεστικό απόσπασμα.
Η ιστορική μνήμη δε σβήνει όσο κι αν ενοχλεί κάποιους! Η Δημοτική Αρχή θα προβεί στην αποκατάσταση των φθορών και θα πρωτοστατήσει με όλες της τις δυνάμεις στην ανάδειξη και αναβάθμιση του ιστορικού αυτού τόπου, κόντρα σε όλους όσους εμποδίζουν την απόδοση της ιστορικής μνήμης.
Η Πρωτομαγιά που βάφτηκε κόκκινη
Η εκτέλεση των 200 στην Καισαριανή δεν ήταν μια τυχαία πράξη βίας. Ήταν αντίποινα. Στις 27 Απριλίου 1944, κοντά στους Μολάους Λακωνίας, δυνάμεις του ΕΛΑΣ έστησαν ενέδρα και σκότωσαν τον Γερμανό υποστράτηγο Φραντς Κρεχ και τρία μέλη της συνοδείας του. Η απάντηση των κατοχικών αρχών υπήρξε άμεση και κυνική.
Στις 30 Απριλίου δημοσιεύτηκε στον κατοχικό Τύπο η διαταγή: 200 κομμουνιστές θα εκτελούνταν την 1η Μαΐου 1944. Επιπλέον, διατάχθηκε ο τυφεκισμός όλων των ανδρών που θα συναντούσαν τα γερμανικά στρατεύματα στον δρόμο Μολάοι–Σπάρτη, εκτός οικισμών. Στην ίδια ανακοίνωση αναφερόταν ότι «Έλληνες εθελονταί» είχαν ήδη εκτελέσει άλλους 100 κομμουνιστές — μια ωμή παραδοχή της συμμετοχής συνεργατών των Ναζί στα αντίποινα.
Τα περισσότερα από τα 200 θύματα ήταν πολιτικοί κρατούμενοι της δικτατορίας του Ιωάννης Μεταξάς. Είχαν συλληφθεί πριν ακόμη την είσοδο των Γερμανών στην Ελλάδα και παραδόθηκαν από τις ελληνικές αρχές στους κατακτητές.
Μεταφέρθηκαν στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου και από εκεί, το ξημέρωμα της Πρωτομαγιάς, οδηγήθηκαν με δέκα φορτηγά στην Καισαριανή.
Κατά τη διάρκεια της διαδρομής, έγραφαν βιαστικά σημειώματα και τα πετούσαν στον δρόμο. Άγνωστοι άνθρωποι τα μάζευαν και τα παρέδιδαν στις οικογένειες. «Καλύτερα να πεθάνει κανείς στον αγώνα για τη λευτεριά παρά να ζει σκλάβος», έγραψε ο Νίκος Μαριακάκης, γεωπόνος από τα Χανιά.
Οι εκτελέσεις έγιναν ανά εικοσάδες. Αυτόπτες μάρτυρες διηγήθηκαν αργότερα πως το χώμα δεν προλάβαινε να απορροφήσει το αίμα. Όταν οι πρώτοι 20 στάθηκαν μπροστά στον τοίχο, φώναξαν: «Ζήτω η Ελλάδα. Ζήτω η λευτεριά». Η διαδικασία επαναλήφθηκε δέκα φορές. Λίγο μετά τις 10 το πρωί, όλα είχαν τελειώσει. Οι καμπάνες της Καισαριανής χτύπησαν πένθιμα.
Ανάμεσα στους εκτελεσθέντες ξεχωρίζει η μορφή του Ναπολέοντα Σουκατζίδη. Γνώριζε γερμανικά και εκτελούσε χρέη διερμηνέα στο στρατόπεδο. Ο Γερμανός διοικητής τού πρότεινε να εξαιρεθεί από τη λίστα. Εκείνος αρνήθηκε να σωθεί αν κάποιος άλλος έπαιρνε τη θέση του. Μπήκε στην τελευταία εικοσάδα, παρότι ήταν το νούμερο 71 στον κατάλογο, για να ολοκληρώσει μέχρι τέλους τον ρόλο του.
Πολιτικές αντιδράσεις και διεκδικήσεις
Η εμφάνιση των φωτογραφιών στη διαδικτυακή δημοπρασία δεν άργησε να αποκτήσει πολιτική διάσταση.
Το ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής, μέσω του εκπροσώπου του Κώστα Τσουκαλά, ζήτησε από το υπουργείο Πολιτισμού τη συγκρότηση επιτροπής που θα εξετάσει την αυθεντικότητα των εικόνων και, εφόσον αυτή επιβεβαιωθεί, να κινηθούν διαδικασίες για την αγορά τους.
Ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ, Σωκράτης Φάμελλος, έκανε λόγο για «ιστορική κληρονομιά όλου του ελληνικού λαού», τονίζοντας ότι πρόκειται για τεκμήρια που συνδέονται με τους αγώνες και την αντίσταση της χώρας.
Σε ανακοίνωσή του, το Κομμουνιστικό Κόμμα
Ελλάδας χαρακτήρισε τις φωτογραφίες «ιστορικά τεκμήρια και ντοκουμέντα ανεκτίμητης αξίας», υπογραμμίζοντας ότι η θέση τους δεν είναι στο εμπόριο ούτε σε ιδιωτικές συλλογές. Ζήτησε να αποκτηθούν με ευθύνη του κράτους και να αποδοθούν στο Μουσείο ΕΑΜικής Εθνικής Αντίστασης του Δήμου Καισαριανής, στον Δήμο Χαϊδαρίου και στο ΚΚΕ, ώστε να είναι προσβάσιμες στον λαό και τη νεολαία.
Από την πλευρά του, ο πρόεδρος της Νέα Αριστερά, Αλέξης Χαρίτσης, γνωστοποίησε ότι επικοινώνησε με την υπουργό Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη, ζητώντας να διεκδικηθούν θεσμικά οι φωτογραφίες ως κομμάτι της ελληνικής Ιστορίας, εφόσον πιστοποιηθεί η αυθεντικότητά τους.
Η συζήτηση δεν περιορίστηκε στη γνησιότητα. Άγγιξε και το ζήτημα της ηθικής, μπορεί η τελευταία πορεία 200 ανθρώπων προς τον θάνατο να μετατρέπεται σε αντικείμενο αγοραπωλησίας; Και ποιος αποφασίζει πού «ανήκουν» τέτοιες εικόνες;
Αν είναι αληθινές
Εάν οι φωτογραφίες αποδειχθούν γνήσιες, θα πρόκειται για το μοναδικό γνωστό οπτικό τεκμήριο της εκτέλεσης στην Καισαριανή. Θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην αναγνώριση προσώπων από συγγενείς ή ερευνητές. Να φωτίσουν λεπτομέρειες που μέχρι σήμερα γνωρίζαμε μόνο από αφηγήσεις και γραπτές πηγές.
Όμως ακόμη κι αν τελικά δεν επιβεβαιωθεί η αυθεντικότητά τους, το γεγονός και μόνο ότι τέτοιες εικόνες βρέθηκαν να πωλούνται σε μια διεθνή πλατφόρμα φέρνει στην επιφάνεια ένα βαθύτερο ερώτημα: πώς διαχειριζόμαστε τα τραύματα της Ιστορίας όταν αυτά αποκτούν τιμή εκκίνησης και χρονόμετρο προσφορών;
Στην Καισαριανή, ο τόπος του μαρτυρίου παραμένει εκεί. Σιωπηλός. Τα ονόματα των 200 χαραγμένα σε μάρμαρο. Κάθε Πρωτομαγιά, λουλούδια αφήνονται στον ίδιο χώρο όπου κάποτε ακούστηκαν ριπές.
Και τώρα, 82 χρόνια μετά, τα πρόσωπά τους, αν όντως είναι εκείνα, κοιτούν μέσα από ένα ψηφιακό παράθυρο δημοπρασίας. Όχι ως αριθμοί, αλλά ως
άνθρωποι που περπάτησαν μέχρι το τέλος με το κεφάλι ψηλά. Το αν θα επιστρέψουν εκεί όπου έπεσαν ή θα χαθούν σε κάποιο ιδιωτικό αρχείο, δεν είναι απλώς μια διαδικαστική υπόθεση. Είναι μια απόφαση που αγγίζει τον τρόπο με τον οποίο μια χώρα στέκεται απέναντι στην ίδια της την Ιστορία.
Νέα Αριστερά
Η αντίδραση της Νέας Αριστεράς έγινε μέσω παρέμβασης του πρόεδρου του κόμματος Αλέξη Χαρίτση: «Επικοινώνησα πριν από λίγο με την Υπουργό Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη σχετικά με τις οκτώ φωτογραφίες από την Πρωτομαγιά του 1944 και την εκτέλεση των 200 στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής.
Κώστας Τσουκαλάς: Η ιστορία δεν μπαίνει σε πλειστηριασμό – Το ΥΠΠΟ να προχωρήσει στην αγορά τους
Ο Κώστας Τσουκαλάς αναφερόμενος στις φωτογραφίες που έχουν κυκλοφορήσει από την εκτέλεση των 200 της Καισαριανής την Πρωτομαγιά του 1944 καλεί το υπουργείο Πολιτισμών να κινηθεί άμεσα.
« Σε σχέση με τις φωτογραφίες που έχουν κυκλοφορήσει από την εκτέλεση των 200 της Καισαριανής την Πρωτομαγιά του 1944, το Υπουργείο Πολιτισμού οφείλει άμεσα να συγκροτήσει επιτροπή με αποστολή τη διαπίστωση της αυθεντικότητας των φωτογραφιών και αν αυτή επιβεβαιωθεί, να προχωρήσει στην αγορά τους.
Αν είναι αυθεντικές, αποτελούν τεκμήρια μιας εμβληματικής στιγμής της ελληνικής ιστορίας. Είναι αποδείξεις του ηρωισμού και του πατριωτισμού όσων θυσιάστηκαν για την ελευθερία , την ανεξαρτησία και τη δημοκρατία. Η ιστορία δεν μπαίνει σε πλειστηριασμό.
Η πολιτεία έχει ευθύνη να τις αναδείξει και να τις προστατεύσει.»
Σωκράτης Φάμελλος: “Τα ντοκουμέντα της Καισαριανής δεν είναι εμπόρευμα – Είναι η ιστορία μας
«Οι συγκλονιστικές φωτογραφίες από την εκτέλεση των 200 αγωνιστών της 1ης Μαΐου 1944 στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής αποτελούν ιστορική κληρονομιά όλου του ελληνικού λαού.
Και μια σπουδαία υπενθύμιση ότι η ιστορία της χώρας μας γράφτηκε με αγώνες, αντίσταση και ιδανικά. Και με προσφορά και κόστος ζωής.
Οι αγωνιστές και οι αγωνίστριες του ΕΑΜ, στάθηκαν όρθιοι απέναντι στον ναζισμό, υπερασπιζόμενοι την ελευθερία, τη δημοκρατία, την αξιοπρέπεια και το δίκιο του Λαού.
Αυτά τα ντοκουμέντα δεν είναι εμπόρευμα. Είναι η ιστορία μας. Η ελληνική Πολιτεία οφείλει να τα αποκτήσει και να τα αναδείξει ως αναπόσπαστο στοιχείο της ιστορίας και της Παιδείας.
Για εμάς η μνήμη είναι ευθύνη και δύναμη στον αγώνα για κοινωνική δικαιοσύνη που παραμένει πάντα επίκαιρος και αναγκαίος.»