Search
Close this search box.
Search

Παρίσι: Βίντεο με τη στιγμή της σύλληψης του δράστη της επίθεσης με 1 νεκρό και 2 τραυματίες – Ήταν γνωστός στις αρχές

Πριν 2 έτη

Ο 26χρονος Αρμάν Ραζαπούρ-Μιγιοντουάμπ, Γάλλος που γεννήθηκε το 1997 από Ιρανούς γονείς, ταυτοποιήθηκε από τις γαλλικές αρχές ως ο δράστης της δολοφονικής επίθεσης χθες στο κέντρο του Παρισιού, από την οποία έχασε τη ζωή του ένας Γερμανός τουρίστας και τραυματίστηκαν άλλοι δύο. 

Πρόκειται για έναν γνωστό στις αρχές εξτρεμιστής μουσουλμάνος ο οποίος αντιμετώπιζε ψυχιατρικές διαταραχές. Κατά την επίθεση, φώναξε «ο Αλλάχ είναι μεγάλος» ενώ, μετά την σύλληψή του, δήλωσε στους αστυνομικούς πως ήταν οργισμένος επειδή «τόσοι πολλοί μουσουλμάνοι πεθαίνουν στο Αφγανιστάν και στην Παλαιστίνη».

Ο δράστης, που ζούσε με τους γονείς τους με προάστιο του Παρισιού, σύμφωνα με τον υπουργό Εσωτερικών Ζεράλντ Νταρμανέν, δημοσίευσε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης βίντεο ανάληψης της ευθύνης για την επίθεσή του, όπως δήλωσαν στο Γαλλικό Πρακτορείο πηγές από την αστυνομία και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Σε αυτή τη φάση, οι ερευνητές δεν γνωρίζουν πότε μαγνητοσκοπήθηκε το βίντεο αυτό, αλλά αναρτήθηκε στο διαδίκτυο «ταυτόχρονα» με την επίθεση, σύμφωνα με την πηγή από τις υπηρεσίες ασφαλείας.

O Αρμάν Μιγιοντουάμπ είχε σχέσεις με άλλους εξτρεμιστές και είχε φυλακιστεί το 2016 για «σχεδιασμό βιαίας ενέργειας» – σκόπευε αν επιτεθεί με μαχαίρι σε δημόσιο χώρο. Αποφυλακίστηκε το 2020.

Ηταν γνωστός για τον ριζοσπαστικό ισλαμισμό του και ψυχιατρικά προβλήματα.

Σύμφωνα με πληροφορίες, ο δράστης είχε επαφές με τον ισλαμιστή εξτρεμιστή Abdoullakh Anzorov, ο οποίος αποκεφάλισε τον Γάλλο καθηγητή Samuel Paty το 2020,  επειδή έδειξε σκίτσα του Μωάμεθ στην τάξη του.

Οι αρχές θα εξετάσουν τώρα εάν βρισκόταν υπό ιατρική παρακολούθηση.

Ο 26χρονος εμφανίζεται «πολύ ασταθής και που επηρεάζεται πολύ εύκολα», σύμφωνα με πηγή από τις υπηρεσίες ασφαλείας.

«Εάν βρισκόταν υπό ιατρική παρακολούθηση όπως θα έπρεπε και όπως ήταν για κάποιο διάστημα, αυτό είναι το ερώτημα που θα τεθεί», δήλωσε αστυνομική πηγή στο Γαλλικό Πρακτορείο.

parisi

Δημοφιλη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Search
Close this search box.

Σε «τείχος» προσέκρουσε η προσπάθεια της διοίκησης της «Βιολάντα» να επαναλειτουργήσει το δεύτερο εργοστάσιο της μπισκοτοβιομηχανίας, όταν κατέθεσε εκ νέου φάκελο με τα απαραίτητα έγγραφα, στην Περιφέρεια Θεσσαλίας, η οποία με την σειρά της απέρριψε το αίτημα, καθώς και πάλι εντοπίστηκαν παραλείψεις. Ρεπορτάζ: Κωνσταντίνα Χαϊνά Σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες του enikos.gr, η διοίκηση της μπισκοτοβιομηχανίας έχει προχωρήσει σε έναν αγώνα δρόμου, προκειμένου να ανοίξει το δεύτερο εργοστάσιο της «Βιολάντα», στο οποίο είχε μπει λουκέτο για λόγους ασφαλείας, προκειμένου να μην συνέβαινε μια νέα τραγωδία όπως αυτή με τις πέντε νεκρές εργαζόμενες. Έτσι, πριν από περίπου 15 ημέρες, κατατέθηκε, από την πλευρά της διοίκησης της «Βιολάντα», εκ νέου φάκελος με όλα τα απαραίτητα δικαιολογητικά στην Περιφέρεια Θεσσαλίας, ζητώντας την επαναλειτουργία του δεύτερου εργοστασίου. Από την πλευρά της, απέρριψε το σχετικό αίτημα, καθώς, σύμφωνα με πληροφορίες του enikos.gr, εντοπίστηκαν ξανά παραλείψεις στο ζήτημα της πυρασφάλειας. «Δεν γνώριζα για την οσμή του υγραερίου» Την ίδια ώρα, ο ιδιοκτήτης της «Βιολάντα», Κωνσταντίνος Τζιωρτζιώτης, χθες (22/04) πέρασε εκ νέου το κατώφλι του ανακριτή Τρικάλων, για την συμπληρωματική απολογία του, κατηγορούμενος για την ανθρωποκτονία από αμέλεια, αλλά και για την πρόκληση σωματικών βλαβών, καθώς υπενθυμίζεται ότι εκτός από τις πέντε νεκρές εργάτριες, άλλοι επτά εργαζόμενοι τραυματίστηκαν από την φονική έκρηξη. Ο ίδιος φέρεται να αρνήθηκε, για ακόμη μία φορά, ότι γνώριζε για την οσμή υγραερίου στο εργοστάσιο, ενώ φέρεται να επεσήμανε πως παραμένει στο πλευρό των οικογενειών των ανθρώπων που έχασαν την ζωή τους, ζητώντας εκ νέου την αποφυλάκισή του. Ο ιδιοκτήτης της μπισκοτοβιομηχανίας κρατείται προσωρινά από τις 18 Φεβρουαρίου, καθώς οι δικαστικές Αρχές δεν είχαν κάνει δεκτό το πρώτο αίτημα αποφυλάκισης που είχε καταθέσει. Η πλευρά του κατηγορούμενου, προσέφυγε κατά της απόφασης, και τώρα μένει να φανεί εάν το Δικαστικό Συμβούλιο θα αποφασίσει να αφεθεί ελεύθερος ή να παραμείνει στη φυλακή.