Search
Close this search box.
Search

ΑΑΔΕ: «Έρχεται» το νέο κέντρο ελέγχου μεγάλων φορολογουμένων

Πριν 1 έτος

Στη δημιουργία του Κέντρου Ελέγχου Μεγάλων Φορολογούμενων (ΚΕΜΕΦ), προχωράει στις 17 Φεβρουαρίου 2025, η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) στο πλαίσιο της αναδιοργάνωσης που βρίσκεται σε εξέλιξη.

Η νέα πρότυπη ελεγκτική υπηρεσία προκύπτει από την ενοποίηση του Κέντρου Ελέγχου Μεγάλων Επιχειρήσεων (ΚΕΜΕΕΠ) και του Κέντρου Ελέγχου Φορολογουμένων Μεγάλου Πλούτου (ΚΕΦΟΜΕΠ) και θα αποτελέσει το μεγαλύτερο ελεγκτικό κέντρο της χώρας, με αρμοδιότητα σε όλη την επικράτεια.

Το ΚΕΜΕΦ διασφαλίζει:

  • Φορολογικό Έλεγχο 360ο, διενεργώντας συνδυαστικούς ελέγχους, ιδιαίτερης πολυπλοκότητας με σύγχρονες ελεγκτικές μεθόδους σε οντότητες-εταιρικά σχήματα και μετόχους -εταίρους -διαχειριστές, που θα εκτείνονται σε μεγαλύτερο εύρος της φορολογικής ελεγκτικής αλυσίδας, ελαχιστοποιώντας τις πιθανότητες φοροδιαφυγής ή φοροαποφυγής (πχ έλεγχοι φοροαποφυγής μέσω τεχνητών διευθετήσεων και υβριδικών μέσων, έλεγχοι κρυπτονομισμάτων, NFTs και λοιπών μέσων και εργαλείων κρυπτογράφησης)
  • Ενιαία οργανωτική δομή για καλύτερη διαχείριση και ομοιόμορφη Προσέγγιση Υποθέσεων Ελέγχου
  • Τεχνογνωσία και εξειδίκευση στους ελέγχους
  • Μείωση Κόστους – Εξοικονόμηση Πόρων

Ο Διοικητής της ΑΑΔΕ, Γιώργος Πιτσιλής, τόνισε: «Αξιοποιώντας την ελεγκτική εμπειρία έντεκα ετών προχωρούμε στη σύσταση ενός πρότυπου ελεγκτικoύ κέντρου υψηλών προδιαγραφών για την ολιστική αντιμετώπιση των μεγάλων φορολογικών υποθέσεων, τόσο στο επίπεδο των νομικών προσώπων όσο και των φυσικών προσώπων που συμμετέχουν σε αυτά.

Το νέο Κέντρο Ελέγχου Μεγάλων Φορολογουμένων στελεχώνεται με εξειδικευμένο και έμπειρο προσωπικό, το οποίο θα αξιοποιήσει τις νέες τεχνολογίες και τις καινοτόμες ελεγκτικές πρακτικές. Η ενιαία οργανωτική δομή, μας επιτρέπει να ανταποκρινόμαστε στις σύγχρονες προκλήσεις και να αυξήσουμε την αποτελεσματικότητά μας, ενισχύοντας ταυτόχρονα τη φορολογική δικαιοσύνη μέσα από ένα περιβάλλον διαφάνειας και εμπιστοσύνης για όλους τους φορολογούμενους».

Δημοφιλη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Search
Close this search box.

Σε «τείχος» προσέκρουσε η προσπάθεια της διοίκησης της «Βιολάντα» να επαναλειτουργήσει το δεύτερο εργοστάσιο της μπισκοτοβιομηχανίας, όταν κατέθεσε εκ νέου φάκελο με τα απαραίτητα έγγραφα, στην Περιφέρεια Θεσσαλίας, η οποία με την σειρά της απέρριψε το αίτημα, καθώς και πάλι εντοπίστηκαν παραλείψεις. Ρεπορτάζ: Κωνσταντίνα Χαϊνά Σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες του enikos.gr, η διοίκηση της μπισκοτοβιομηχανίας έχει προχωρήσει σε έναν αγώνα δρόμου, προκειμένου να ανοίξει το δεύτερο εργοστάσιο της «Βιολάντα», στο οποίο είχε μπει λουκέτο για λόγους ασφαλείας, προκειμένου να μην συνέβαινε μια νέα τραγωδία όπως αυτή με τις πέντε νεκρές εργαζόμενες. Έτσι, πριν από περίπου 15 ημέρες, κατατέθηκε, από την πλευρά της διοίκησης της «Βιολάντα», εκ νέου φάκελος με όλα τα απαραίτητα δικαιολογητικά στην Περιφέρεια Θεσσαλίας, ζητώντας την επαναλειτουργία του δεύτερου εργοστασίου. Από την πλευρά της, απέρριψε το σχετικό αίτημα, καθώς, σύμφωνα με πληροφορίες του enikos.gr, εντοπίστηκαν ξανά παραλείψεις στο ζήτημα της πυρασφάλειας. «Δεν γνώριζα για την οσμή του υγραερίου» Την ίδια ώρα, ο ιδιοκτήτης της «Βιολάντα», Κωνσταντίνος Τζιωρτζιώτης, χθες (22/04) πέρασε εκ νέου το κατώφλι του ανακριτή Τρικάλων, για την συμπληρωματική απολογία του, κατηγορούμενος για την ανθρωποκτονία από αμέλεια, αλλά και για την πρόκληση σωματικών βλαβών, καθώς υπενθυμίζεται ότι εκτός από τις πέντε νεκρές εργάτριες, άλλοι επτά εργαζόμενοι τραυματίστηκαν από την φονική έκρηξη. Ο ίδιος φέρεται να αρνήθηκε, για ακόμη μία φορά, ότι γνώριζε για την οσμή υγραερίου στο εργοστάσιο, ενώ φέρεται να επεσήμανε πως παραμένει στο πλευρό των οικογενειών των ανθρώπων που έχασαν την ζωή τους, ζητώντας εκ νέου την αποφυλάκισή του. Ο ιδιοκτήτης της μπισκοτοβιομηχανίας κρατείται προσωρινά από τις 18 Φεβρουαρίου, καθώς οι δικαστικές Αρχές δεν είχαν κάνει δεκτό το πρώτο αίτημα αποφυλάκισης που είχε καταθέσει. Η πλευρά του κατηγορούμενου, προσέφυγε κατά της απόφασης, και τώρα μένει να φανεί εάν το Δικαστικό Συμβούλιο θα αποφασίσει να αφεθεί ελεύθερος ή να παραμείνει στη φυλακή.