Θεωρείται πως αν δεν υπήρχαν οι χαροκαμμένοι γονείς, το δυστύχημα των Τεμπών σήμερα θα είχε σβηστεί με συνοπτικές διαδικασίες. Κάτι τέτοιο ισχύει δίχως καμία αμφιβολία και στην περίπτωση του ναυαγίου της Πύλου, από το οποίο σήμερα συμπληρώνονται τρία ολόκληρα χρόνια — με παραπάνω από 600 ψυχές να ζητούν δικαίωση και κανείς ακόμα να μην έχει λογοδοτήσει.
Ξημερώματα της 14ης Ιουνίου 2023, 47 ναυτικά μίλια νοτιοδυτικά της Πύλου, σε διεθνή ύδατα ελληνικής ευθύνης για έρευνα και διάσωση, το αλιευτικό «Adriana» ανετράπη και βυθίστηκε μέσα σε δέκα με δεκαπέντε λεπτά. Μαζί του πήρε ό,τι πολυτιμότερο μεταφέρει κανείς πάνω του: τη ζωή του. Το σκάφος είχε ξεκινήσει τέσσερις μέρες νωρίτερα, στις 10 Ιουνίου, από το Τομπρούκ της Λιβύης, στοιβαγμένο με περί τους 750 άνδρες, γυναίκες και παιδιά — πολύ περισσότερους από όσους μπορούσε να αντέξει. Προορισμός: η Ιταλία. Τέρμα: ο βυθός της Μεσογείου.
Από το ναυάγιο διασώθηκαν 104 άνθρωποι — Σύριοι, Πακιστανοί, Αφγανοί, Αιγύπτιοι, Παλαιστίνιοι, ανάμεσά τους οκτώ ανήλικα. Οι ελληνικές αρχές ανέσυραν 82 νεκρούς. Για τους υπόλοιπους — κοντά στους 600 — η Μεσόγειος έγινε υγρός τάφος. Ήταν μια από τις πλέον πολύνεκρες ανθρώπινες τραγωδίες στη σύγχρονη ιστορία της χώρας μας.
Δεκαπέντε ώρες που κρίνουν τα πάντα
Το χρονικό της τραγωδίας αρχίζει πολύ πριν την ανατροπή. Γύρω στις 11 το πρωί της 13ης Ιουνίου, το Ενιαίο Κέντρο Συντονισμού Έρευνας και Διάσωσης του Λιμενικού ενημερώθηκε για το αλιευτικό από το αντίστοιχο κέντρο επιχειρήσεων της Ρώμης, έπειτα από κλήση ακτιβίστριας ΜΚΟ που είχε λάβει σήμα κινδύνου. Ελικόπτερο απογειώθηκε από τη Μυτιλήνη λίγο πριν τις 2 το μεσημέρι και εντόπισε το σκάφος να πλέει με σταθερή πορεία, με ικανό αριθμό επιβαινόντων ορατό στα εξωτερικά καταστρώματα.
Τι υπήρχε κάτω από αυτά τα καταστρώματα, οι επιζώντες το περιέγραψαν αργότερα: γυναίκες και παιδιά κλειδωμένα στα αμπάρια του σκάφους, αφυδατωμένοι άνθρωποι με εξαντλημένες τις προμήθειες τροφίμων και νερού.
Το Λιμενικό υποστηρίζει ότι κατά την πρώτη επικοινωνία, γύρω στις 2 το μεσημέρι, το αλιευτικό δεν ζήτησε καμία συνδρομή και απέρριψε κάθε προσφορά βοήθειας. Ακόμα κι αν αυτό ισχύει, γεννά ερωτήματα που η δικαιοσύνη καλείται να απαντήσει: η παρακολούθηση ενός πλοίου που μεταφέρει εκατοντάδες ανθρώπους σε κατάφωρα επικίνδυνες συνθήκες μπορεί να εξαντλείται σε μία τηλεφωνική επικοινωνία; Υπάρχει αρχή διεθνούς δικαίου που να λέει ότι ο κίνδυνος της ζωής χρειάζεται να το ζητήσει κανείς με τα χέρια απλωμένα για να αναγνωριστεί;
Ανάμεσα στην ενημέρωση των αρχών και το ναυάγιο μεσολάβησαν πάνω από 15 ώρες. Λίγο μετά τις 2 τα ξημερώματα της 14ης Ιουνίου, κυβερνήτης παραπλέοντος σκάφους του Λιμενικού ανέφερε ότι είδε το αλιευτικό να παίρνει απότομες κλίσεις — δεξιά, αριστερά, δεξιά — και να ανατρέπεται. Σε δέκα με δεκαπέντε λεπτά είχε χαθεί εντελώς. Πλήθος επιβαινόντων που βρίσκονταν στα εξωτερικά καταστρώματα έπεσαν στη θάλασσα.
Η δικαιοσύνη αργεί — αλλά δεν έχει τελειώσει
Τρία χρόνια μετά, οι ευθύνες εξακολουθούν να αιωρούνται. Σύμφωνα με το Ελληνικό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες, μετά από επίμονες νομικές μάχες έχουν ασκηθεί ποινικές διώξεις με βαριές κατηγορίες εναντίον 21 μελών του Λιμενικού Σώματος, ανάμεσά τους δύο πρώην αρχηγοί του. Αρχικά η δίωξη αφορούσε 17 άτομα, ενώ η υπόθεση τέθηκε στο αρχείο για τέσσερις ανώτερους αξιωματικούς. Έπειτα από προσφυγή των δικηγόρων, η εισαγγελέας του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου αναίρεσε αυτή την απόφαση και έκλεισε τον κύκλο των κατηγορουμένων.
Λίγες ημέρες πριν — στις 29 Μαΐου 2026 — οι δικηγόροι που εκπροσωπούν επιζώντες και οικογένειες θυμάτων κατέθεσαν αίτηση ενώπιον του ανακριτή του Ναυτοδικείου Πειραιά για συμπληρωματικές ανακριτικές πράξεις: αναζήτηση, διατήρηση και εξέταση όλων των ψηφιακών δεδομένων που αφορούν τους 21 κατηγορούμενους και το Κέντρο Συντονισμού. Τις επόμενες ημέρες αναμένεται να ορκιστούν οι τεχνικοί σύμβουλοι της πλευράς των μηνυτών.
Αξίζει να σταθεί κανείς σε μια λεπτομέρεια που δεν είναι καθόλου λεπτομέρεια: η Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών έχει στα χέρια της κινητά τηλέφωνα επιζώντων που αρχικά «δεν υπήρχαν» ή «θα είχαν καταστραφεί έτσι και αλλιώς αφού βράχηκαν» — και τελικά βρέθηκαν σε μια πλαστική σακούλα. Η ιστορία αυτής της σακούλας αξίζει μια ολόκληρη δίκη από μόνη της. Εκκρεμούν επίσης αιτήματα για το περιεχόμενο των επικοινωνιών του σκάφους του Λιμενικού με το Κέντρο Επιχειρήσεων και την ηγεσία του — δηλαδή για τα πιο βασικά στοιχεία μιας ποινικής δικογραφίας που θα έπρεπε να έχουν εξεταστεί από την πρώτη εβδομάδα.
Για όσους έχουν παρακολουθήσει από κοντά και την υπόθεση των Τεμπών, το μοτίβο είναι επώδυνα γνώριμο. Εκεί, μέσα σε πέντε μέρες ο τόπος της τραγωδίας έγινε αγνώριστος: οι μπουλντόζες έπιασαν δουλειά χωρίς να γίνουν οι απαραίτητες δειγματοληψίες, χωρίς αυτοψία ειδικών πριν μετακινηθούν τα συντρίμμια, χωρίς έστω αναλυτικές φωτογραφίες — κι αυτό σε μια χώρα που έχει στα βιβλία της νόμους, εισαγγελείς και θεσμούς.