-->
12.05.2021

To «Ερπετό» του Netflix είχε φυλακιστεί στην Ελλάδα και είχε καταφέρει να δραπετεύσει

Ο Σαρλ Σομπράζ δολοφόνησε τουλάχιστον 12 άτομα, εκμεταλλεύτηκε εκατοντάδες και (σχεδόν) πάντα έβρισκε τρόπο να ξεφεύγει. Έδρασε ακόμα και στην Ελλάδα

Από τις 2 Απριλίου που… ανέβηκε στο Netflix, το «Ερπετό» αποτελεί μία από τις δημοφιλέστερες επιλογές στην χώρα μας, καθώς όλο και περισσότεροι συνδρομητές επιλέγουν να παρακολουθήσουν τη μίνι σειρά 8 επεισοδίων δημιουργίας του BBC.

Η ιστορία που παρουσιάζεται βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα με τις απαραίτητες παραλλαγές βέβαια και αφορά την δράση του Σαρλ Σομπράζ, ο οποίος ήταν γνωστός με το ψευδόνυμο «Ερπετό», καθώς είχε την ικανότητα να ξεγελά και να ξεφεύγει από τις αρχές, αλλά και με το «Δολοφόνος των μπικίνι», επειδή τα θύματά του ήταν κυρίως δυτικοί τουρίστες που την δεκαετία του ’70 έψαχναν την ηρεμία και την χαλάρωση που προσέφερε ο ανατολικός τρόπος ζωής.

Γεννήθηκε το 1944 στη Σαϊγκόν, που τότε τελούσε υπό γαλλική κατοχή. Η μητέρα του ήταν μια πωλήτρια από το Βιετνάμ και ο πατέρα του Ινδός επιχειρηματίας. Τον γνώρισε ελάχιστα καθώς παράτησε την οικογένεια. Μεγάλωσε με τον πατριό του, έναν Γάλλο υπαξιωματικό. Πέρασε μέρος της παιδικής του ηλικίας στη Γαλλία.

Όταν ήταν πλέον έφηβος ξεκίνησε την παραβατική συμπεριφορά. Σε ηλικία 19 ετών (1963) μπήκε για πρώτη φορά στη φυλακή για κλοπή. Εκεί έδειξε το ταλέντο του στις δημόσιες σχέσεις. Έγινε φίλος με τους δεσμοφύλακες αλλά και τον Φελίξ ντ’ Εσκονιέ, έναν πλούσιο νεαρό που επισκεπτόταν εθελοντικά τους κρατούμενους. Μετά την αποφυλάκιση του έμεινε στο σπίτι του Ντ’Εσκονιέ στο Παρίσι και απέκτησε επαφές τόσο με την υψηλή κοινωνία της πόλης όσο και με τον υπόκοσμο. Οργάνωνε ληστείες και απάτες.

Στο Παρίσι γνώρισε τη Σαντάλ Κομπανιόν την οποία και παντρεύτηκε. Το 1970 έφυγαν μαζί από τη Γαλλία για να αποφύγει μια νέα σύλληψη. Με πλαστά έγγραφα και κλέβοντας τουρίστες έφτασαν στη Βομβάη όπου ο Σομπράζ έστησε μια μικρή εγκληματική οργάνωση.

Το 1973 συνελήφθη κατά τη διάρκεια μιας ληστείας σε κοσμηματοπωλείο αλλά με τη βοήθεια της συζύγου του (με την οποία πλέον είχαν μια κόρη) δραπέτευσε και ταξίδεψε στην Καμπούλ του Αφγανιστάν. Συνελήφθη και εκεί αλλά και πάλι κατάφερε να δραπετεύσει με τον ίδιο τρόπο. Η σύζυγος του νάρκωσε τον φρουρό. Επόμενη στάση ήταν το Ιράν. Αυτή η φορά η Κομπανιόν δεν τον ακολούθησε. Πήρε το κορίτσι και επέστεψε στη Γαλλία.

Με κλεμμένα και πλαστά διαβατήρια ταξίδευε για δύο χρόνια σε χώρες της Μέσης Ανατολής και της Κεντρική Ευρώπης. Τελικά στην Κωνσταντινούπολη συνάντησε τον ετεροθαλή αδελφό του, Αντρέ. Αποφάσισαν να δουλέψουν μαζί και έκαναν ληστείες και απάτες στην Τουρκία και στην Ελλάδα.

Η σύλληψη στην Ελλάδα

Στα μέσα τις δεκαετίας του ’70 λοιπόν, ο Σαρλ Σομπράζ επανενώθηκε με τον αδελφό του Αντρέ στην Κωνσταντινούπολη όπου ξεκίνησαν εκεί την εγκληματική τους δράση, η οποία επεκτάθηκε και στην Ελλάδα.

Αυτή περιλάμβανε τις κλοπές και την αλλαγή ταυτοτήτων, μία εκ των οποίων όμως δεν εξελίχθηκε όπως θα περίμενε με αποτέλεσμα αμφότεροι να φυλακιστούν στα σωφρονιστικά ιδρύματα του Κορυδαλλού και της Αίγινας.

Τo πρωί της 26ης Απριλίου 1975 οι πελάτες των καφενείων στο λιμάνι του Πειραιά, καθώς απολαμβάνουν τον καφέ και το ούζο τους, αντικρίζουν έκπληκτοι μαύρο καπνό να βγαίνει από τα καγκελόφρακτα παράθυρα μιας κλούβας του τμήματος Μεταγωγών. Οι φύλακες πετάγονται έντρομοι ενώ οι κρατούμενοι στο πίσω μέρος βροντούν πανικόβλητοι την πόρτα. Οι οκτώ φύλακες σπεύδουν να τους βοηθήσουν, ανοίγουν την κλούβα και οι κρατούμενοι πετάγονται έξω.

Οι πρώτοι τρεις είναι Έλληνες και πιάνονται αμέσως στα χέρια με τους φύλακες, σε μια απόπειρα να το σκάσουν. Οι άλλοι δύο ξεγλιστρούν από τον καυγά και εξαφανίζονται τρέχοντας στα στενά του Πειραιά. Ο ένας είναι ο Πίτερ, διαρρήκτης από την Αυστραλία. Ο άλλος είναι ο Σαρλ Σομπράζ, το διαβόητο «Ερπετό».

Το «Ερπετό» κατάφερε να αποδράσει, ενώ ο αδελφός του δεν τα κατάφερε, έμεινε πίσω και οι ελληνικές αρχές τον παρέδωσαν σε αυτές της Τουρκίας όπου έμεινε φυλακισμένος για 18 μήνες.

Τα επόμενα χρόνια, ο «Δολοφόνος των μπικίνι» έφτασε στην Ταϊλάνδη όπου συστηνόταν σε τουρίστες ως πωλητής πολύτιμων λίθων ή έμπορος ναρκωτικών και τους λήστευε.

Εκεί γνώρισε την Καναδή, Μαρί-Αντρέ Λεκλέρκ. Η νεαρή τουρίστρια είχε ταξιδέψει στην Ασία ψάχνοντας για περιπέτειες και στο πρόσωπο του Σομπράζ την βρήκε. Έγινε η πρώτη και πιο πιστή του ακόλουθος.

Σύντομα γύρω από τον Σομπράζ «χτίστηκε» μια ομάδα… πιστών που θεωρούσαν ότι έχει τις δυνάμεις να τους βγάζει από δύσκολες καταστάσεις. Αυτό που δεν γνώριζαν είναι ότι ο ίδιος ο Σομπράζ δημιουργούσε τα προβλήματα. Χαρακτηριστική περίπτωση είναι αυτή των δύο Γάλλων πρώην αστυνομικών. Είχαν χάσει τα διαβατήρια τους και ζήτησαν τη βοήθεια του Σομπράζ. Τους τα βρήκε εύκολα μέσα σε λίγες μέρες, γιατί τα είχε κλέψει ο ίδιος. Μια πάγια τακτική του ήταν να δηλητηριάζει τουρίστες και στη συνέχεια να τους δίνει το αντίδοτο τονίζοντας τους πως τους έσωσε τη ζωή.

Οι φόνοι

Ο Σομπράζ γνώρισε τον Ινδό Ατζάι Τσάουντρι και τον έκανε υπαρχηγό του. Μαζί στρατολογούσαν τουρίστες για να τους βοηθούν στις απάτες τους. Ο πρώτος γνωστός φόνος καταγράφηκε το 1975. Η νεαρή Τερέζα Νόουλτον βρέθηκε νεκρή μέσα σε μια πισίνα. Φορούσε μόνο ένα μπικίνι με λουλούδια. Αρχικά ο θάνατος θεωρήθηκε ατύχημα αλλά η νεκροψία και τα στοιχεία έδειξα ότι την είχαν πνίξει.

Επόμενη θύμα ο Σεφεραδίτης, Βιτάλι Χακίμ. Το πτώμα του βρέθηκε καμένο κοντά σε ένα τουριστικό θέρετρο. Η σύντροφος του άρχισε να ψάχνει την υπόθεση και απευθύνθηκε σε ένα ζευγάρι Ολλανδών φοιτητών. Ο Χενκ Μπιντάνια και η Κορνέλια Χέμκερ γνώριζαν τον Χακίμ και παράλληλα είχαν μπει στην ομάδα του Σομπράζ.

Φοβήθηκε ότι θα τον προδώσουν και τους σκότωσε. Τους νάρκωσε, τους στραγγάλισε και έκαψε τα πτώματα τους. Λίγο μετά νεκρή βρέθηκε και η Καρού. Όπως και το πρώτο θύμα έτσι κι αυτή αφέθηκε πνιγμένη σε μια πισίνα φορώντας ένα μαγιό με λουλούδια. Από αυτούς τους δύο φόνους ο Σομπράζ θα πάρει αργότερα το προσωνύμιο «The Βikini Killer». Έτσι έμεινε γνωστός στη Δύση αλλά στην Ασία τον αποκαλούσε το Ερπετό γιατί πάντα έβρισκε τρόπο να ξεφεύγει.

Τον Δεκέμβριο του 1975 τα πτώματα των Ολλανδών εντοπίστηκαν. Ο Σομπράζ ταξίδεψε στο Νεπάλ με πλαστό διαβατήριο. Εκεί σκότωσε την 26χρονη Λορέν Καριέρ (Καναδή) και την 29χρονη Κόνι Μπρόντζιτς (Αμερικανίδα).

Πήρε τα διαβατήρια τους και επέστρεψε στην Ταϊλάνδη. Εκεί διαπίστωσε πως τρεις πρώην σύντροφοι του τον είχαν καταδώσει. Διέφυγε στο Βαρανάσι της Ινδίας όπου σκότωσε τον Ισραηλινό Αβόνι Τζέικομπ για να πάρει το διαβατήριο του. Μαζί με αυτό και έχοντας πάντα στο πλευρό του τη Λεκλέρκ πήγε στη Σιγκαπούρη, γύρισε για λίγο στην Ινδία και τελικά επέστρεψε στην Μπανγκόκ.

Εκεί οι αρχές είχαν ουσιαστικά παρατήσει την υπόθεση υπό τον φόβο ότι αν πάρει μεγάλη δημοσιότητα θα βλάψει τον τουρισμό της χώρας.

Ένα Ολλανδός διπλωμάτης όμως, ο Χέρμαν Κνίπενμπεργκ και η σύζυγος του Άνγκελα έκαναν τη δική τους έρευνα. Έφτασαν μέχρι τον Σομπράζ και συνέλεξαν πολύ σημαντικά στοιχεία.

Το Ερπετό όμως διέφυγε στη Μαλαισία. Μαζί του η Λεκλέρ και ο Τσάουντρι. Ενεπλάκησαν σε μια υπόθεση πώλησης πετραδιών και τα ίχνη του Τσάουντρι χάθηκαν. Από τότε έχει εξαφανιστεί. Όλα συνηγορούν ότι ο Σομπράζ τον δολοφόνησε. Ταξίδεψαν στη Γενεύη και μετά επέστρεψαν στην Ταϊλάνδη.

Εκεί έχτισαν νέα ομάδα μαζί με τις τουρίστριες Μπάρμπαρα Σμιθ και Μέρι Έλεν Ίθερ. Ο Σομπράζ δηλητηρίασε τον Γάλλο, Ζαν Λικ Σολομόν για να τον ληστέψει.

Το καλοκαίρι του 1976 βρέθηκε στο Νέο Δελχί, όπου μαζί με τις τρεις συντρόφους του επιχείρησε να δηλητηριάσει δύο Γάλλους φοιτητές. Το δηλητήριο δεν έδρασε σωστά και οι νεαροί έπιασαν τον Σομπράζ και κάλεσαν τις αρχές. Το Ερπετό συνελήφθη.

Σελέμπριτι στο κελί

Ο Σομπράζ μπήκε στη φυλακή έχοντας καταπιεί αρκετούς πολύτιμους λίθους. Τους εκμεταλλεύτηκε και ο εγκλεισμός του ήταν το λιγότερο άνετος. Τηλεόραση, ποτά, φαγητά, ακόμα και γυναίκες. Όταν ξεκίνησε η δική, τη μετέτρεψε στο προσωπικό του σόου. Απέλυε και προσελάμβανε δικηγόρους, ξεσπούσε και απολάμβανε να μιλά με τους δημοσιογράφους. Για ένα μικρό διάστημα έκανε ακόμα και απεργία πείνας. Τελικά καταδικάστηκε σε 12 χρόνια φυλάκιση. Στη σύντροφο του Μαρί-Αντρέ Λεκλέρκ επιβλήθηκε ποινή με αναστολή. Έφυγε για τον Καναδά όπου λίγα χρόνια μετά διαγνώστηκε με καρκίνο. Πέθανε τον Απρίλιο του 1984.

Επιστρέφοντας στο κελί ο Σομπράζ συνέχισε τον… βασιλικό εγκλεισμό. Έδινε συνεντεύξεις, δεχόταν μόνιμα επισκέψεις και είχε ό,τι ζητούσε. Πούλησε τα δικαιώματα της ιστορία του και εξασφάλισε ένα πολύ μεγάλο ποσό. Δεν είχε πρόβλημα να εξιστορεί με λεπτομέρειες τα εγκλήματα του τα οποία πλέον παρουσίαζε σαν «εκδίκηση για τον Δυτικό ιμπεριαλισμό στην Ασία».

Με την ποινή του στην Ινδία να ολοκληρώνεται, ο Σομπράζ γνώριζε ότι θα εκδοθεί στην Ταϊλάνδη όπου θα τον εκτελούσαν. Έβαλε λοιπόν σε εφαρμογή ένα νέα σχέδιο. Τον Μάρτιο του 1986 οργάνωσε στη φυλακή ένα τεράστιο πάρτι. Τα ποτά περιείχαν υπνωτικό και απλά έφυγε από τη φυλακή περπατώντας. Συνελήφθη λίγο μετά σε ένα εστιατόριο στην Γκόα και επέτρεψε στο κελί στην Ινδία. Όταν το 1997 αποφυλακίστηκε ο φάκελος και τα στοιχεία στην Ταϊλάνδη είχαν χαθεί. Δεν μπορούσε να εκδοθεί και έτσι ταξίδεψε στη Γαλλία.

Τα κόλπα τελείωσαν

Εγκαταστάθηκε στα προάστια του Παρισίου και προσέλαβε μάνατζερ. Χρέωνε μεγάλα ποσά για συνεντεύξεις και φωτογραφίες και πούλησε τα δικαιώματα για να μεταφερθεί η ζωή του στον κινηματογράφο. Τα στοιχεία δείχνουν ότι έλαβε πάνω από 15 εκατ. δολάρια.

Τον Σεπτέμβρη του 2003 ένας δημοσιογράφος τον εντόπισε σε καζίνο στο Κατμαντού. Μετά τη δημοσίευση του άρθρου οι ινδικές αρχές τον συνέλαβαν. Αυτή τη φορά δήλωνε επιχειρηματίας που δραστηριοποιούνταν στον χώρο του μεταλλικού νερού. Παλιές υποθέσεις άνοιξαν εκ νέου και το 2004 καταδικάστηκε σε ισόβια.

Ακολούθησε ένα δικαστικός αγώνας από τη νομική του ομάδα που δεν έβγαλε πουθενά. Το 2008 ανακοινώθηκε ότι στη φυλακή αρραβωνιάστηκε με τον Νιχίτα Μπίσβας

Ενώ συνέχιζε τις προσπάθειες μείωσης της ποινής, το 2010 του επιβλήθηκε νέα και δημεύθηκε όλη η περιουσία του. Τα τελευταία χρόνια η υγεία του κλονίστηκε. Έχει υποβληθεί σε επέμβαση ανοιχτής καρδιάς και αρκετές άλλες επεμβάσεις. Στα 77 του πλέον παραμένει σε ένα κελί σε φυλακή του Νεπάλ. Αυτή τη φορά; το Ερπετό δεν ξεγλίστρησε από την τσιμπίδα του νόμου.



Διαβάστε επίσης