Του Διονύση Νασόπουλου*Φαινόμενα στο γήπεδο"/>
-->
03.08.2021

Του Διονύση Νασόπουλου*
Φαινόμενα στο γήπεδο

Στα γήπεδα της Πορτογαλίας δεν έγινε μόνον ένα ποδοσφαιρικό θαύμα με την ελληνική επικράτηση, αλλά υπήρξε κι ένα μήνυμα γενικότερης ελληνικής υπέρβασης – και μιας κοινωνίας που θα μπορούσε να ξεφύγει από τη λογική της Ψωροκώσταινας

Για όλους είναι το έτος αποφοίτησης που σηματοδοτεί ένα χρονοδιάγραμμα. Για τα περισσότερα αγόρια, ωστόσο, τουλάχιστον τις τελευταίες δεκαετίες που το ποδόσφαιρο είναι εικόνα και μνήμες μέσα από την απευθείας τηλεοπτική κάλυψη, το Μουντιάλ και το ευρωπαϊκό πρωτάθλημα αποτελούν έναν δείκτη – που βάζει τον καθένα σε μια σειρά στον χρόνο. Πόσο πίσω φθάνει ο νους; Ποιο παγκόσμιο ή ευρωπαϊκό πρωτάθλημα αποτελεί την αφετηρία σου; Δεν θα παρακάμψω τους Ολυμπιακούς Αγώνες, αλλά οι τελικοί στο Μουντιάλ και στο Γιούρο είναι μια ανάμνηση σχεδόν ανεξίτηλη στη ζωή μας. Οπως και κάποιοι αγώνες που αφήνουν το στίγμα τους σε αυτά τα τουρνουά. Προσωπικά θα έχω να θυμάμαι πάντοτε το γκολ του Ρομπέρτο Μπέτεγκα απέναντι στην ομάδα του Πασαρέλα στο Μουντιάλ της Αργεντινής του 1978, έστω κι αν δεν ήταν στον τελικό. Οπως και τα γκολ του Πάολο Ρόσι και του Μάρκο Ταρντέλι στον τελικό του ’82 με τους Γερμανούς στη Μαδρίτη. Κάπου εκεί, ανάμεσα σε αυτά τα δύο Παγκόσμια Κύπελλα, εντάχθηκα στο κλαμπ των ανά τον κόσμο φιλοϊταλών. Ενδιαμέσως, βεβαίως, ήταν και η συμμετοχή της Εθνικής Ελλάδας στο Ευρωπαϊκό της Ιταλίας (το 1980), η πρώτη σε τελική φάση μεγάλης διοργάνωσης, που επίσης καθορίζει τη γενιά μου. Και είναι μάλλον προφανές στον κυριακάτικο τελικό στο Γουέμπλεϊ ποιους θα ήθελα να δω τροπαιούχους.

Αυτές οι αναμετρήσεις, ωστόσο, δεν είναι μόνο ένα παιχνίδι με τον χρόνο και μια προσωπική αναμέτρηση με τις αναμνήσεις. Σχεδόν πάντοτε υπήρχε μια μεγαλύτερη εικόνα από πίσω τους, μια κοινωνικοπολιτική μάχη που μπορούσες εύκολα να την αντιληφθείς μέσα στη συγκυρία κάθε τελικού. Στον τελικό του ’82, συμπάθησα περισσότερο τον γηραιό πρόεδρο της Ιταλικής Δημοκρατίας Σάντρο Περτίνι, που πανηγύριζε σαν μικρό παιδί, συνδυάζοντας αυτή την εικόνα με μια πορεία ζωής που μπορούσε να αντέξει το ποδόσφαιρο ως κοινωνικό φαινόμενο. Στο Μεξικό το 1986, ο Ντιέγκο Μαραντόνα δεν απέκλειε τους Αγγλους για να φθάσει λίγο μετά σε ένα Κύπελλο, αλλά και για να στείλει ένα σήμα αντίδρασης σε μια αποικιοκρατική λογική που κρατούσε ακόμη και είχε στείλει τα βρετανικά βομβαρδιστικά στα Φόκλαντ.

Στα γήπεδα της Πορτογαλίας δεν έγινε μόνον ένα ποδοσφαιρικό θαύμα με την ελληνική επικράτηση, αλλά υπήρξε κι ένα μήνυμα γενικότερης ελληνικής υπέρβασης – και μιας κοινωνίας που θα μπορούσε να ξεφύγει από τη λογική της Ψωροκώσταινας. Το 2004 οι Ελληνες είχαν, επιτέλους, μετρό κι ένα αεροδρόμιο που δεν παρέπεμπε σε τριτοκοσμική χώρα – και με μια νέα κουλτούρα για ομαδική προσπάθεια και αλληλεγγύη θα μπορούσαν να μπουν στο δικό τους ευρωπαϊκό κοστούμι. Είναι άλλης τάξης ζήτημα εάν εκείνη η ευκαιρία και το κλίμα εθνικής ανάτασης όχι μόνο δεν αξιοποιήθηκαν, αλλά η χώρα βρέθηκε αντιμέτωπη με μια υπερδεκαετή οικονομική κρίση, που συνοδεύθηκε και με την επιστροφή σε μια εθνική ποδοσφαιρική μιζέρια.

Ενα σκηνικό που ξεπερνά τα όρια ενός ποδοσφαιρικού γηπέδου διαμορφώνεται ήδη για τον τελικό της Κυριακής. Μια νέα γενιά Ιταλών αφήνει το παθητικό ποδόσφαιρο και με συνεχή κυκλοφορία της μπάλας, ταχύτητα και σεμιναριακές αλληλοκαλύψεις προσπαθεί να ανοίξει τις κλειστές και σκληροτράχηλες άμυνες. Η μετεξέλιξη είναι ακόμη βαθύτερη: σε αντίθεση με το ’78 και το ’82, η Σκουάντρα Ατζούρα χωράει πλέον μαύρους και εμιγκρέδες που κλέβουν την παράσταση – αναγκάζοντας και τον Σαλβίνι να χειροκροτήσει. Από την άλλη, μια νέα φουρνιά Αγγλων δεν είναι μόνον έτοιμη για τον πρώτο ευρωπαϊκό τελικό των Τριών Λιονταριών, αλλά μαζί με μια κοινωνία επιδιώκουν να δώσουν μια απάντηση αυτάρκειας και υπεροχής μετά το Brexit. Το βλέπει κανείς στα αγγλικά βλέμματα μέσα στο γήπεδο, όπως και στις κερκίδες και τις πλατείες, ότι δεν πρόκειται μόνο για ένα παιχνίδι. Η ευρωπαϊκή έξοδος δεν οδηγεί σε μια απομόνωση, αλλά θα μπορούσε να ανοίξει νέα ιστορικά κεφάλαια. Το κίνητρο ίσως αποδειχθεί μεγαλύτερο, καλύπτοντας μια λάθος πάσα ή ένα αδύναμο μαρκάρισμα…

*Δημοσιογράφος της εφημερίδας Τα Νέα



Διαβάστε επίσης