-->
25.05.2024

Πώς το κινεζικό γουάν επιτρέπει στη η Ρωσία να «σπάσει» τον οικονομικό αποκλεισμό της Δύσης

Οσο οι ευρωπαϊκές χώρες καταβάλλουν προσπάθειες για να απεξαρτηθούν από τους υδρογονάνθρακες του ενεργειακά πλούσιου γείτονά τους, η Ρωσία αξιοποιεί τις εναλλακτικές της για να αντιπαρέλθει τις συνέπειες που συνεπάγεται γι’ αυτήν η απώλεια των πελατών της από την Ευρώπη. Και βέβαια οι εναλλακτικές της σχετίζονται σε μεγάλο βαθμό με την Κίνα, η οποία, επίσης, έχει σχετικά ισχυρά κίνητρα για να συσφίξει τις εμπορικές σχέσεις της με τη Ρωσία.

Μέσα στον τελευταίο χρόνο η κυβέρνηση Μπάιντεν έχει προσθέσει στη μαύρη λίστα σειρά κινεζικών εταιρειών στις οποίες έχει επιβάλει εμπάργκο απαγορεύοντας τις εξαγωγές αμερικανικής υψηλής τεχνολογίας ουσιαστικά σε όλες αυτές και απαγορεύοντας στις αμερικανικές εταιρείες τη συνεργασία μαζί τους. Η αντίδραση της Κίνας ήταν να επεκτείνει σημαντικά τις εμπορικές της συναλλαγές με τη Ρωσία, ανοίγοντας μάλιστα για πρώτη φορά δύο μόνιμες γέφυρες που θα διευκολύνουν το διμερές εμπόριο μέσω ενός ποταμού στα σύνορα των δύο χωρών. Τα κρατικά ΜΜΕ της Κίνας διατυμπάνιζαν μάλιστα το γεγονός και το διμερές εμπόριο που έφτασε το περασμένο έτος στο 1,28 τρισ. γουάν, ποσό αντίστοιχο των 190 δισ. δολ. Το θεαματικό αυτό ποσό ισοδυναμεί με αύξηση του διμερούς εμπορίου κατά 30% σε σύγκριση με τα επίπεδα του 2021. Σε μεγάλο βαθμό η αύξηση οφείλεται στο ότι οι κινεζικές βιομηχανίες έσπευσαν να εκμεταλλευτούν την κατάσταση και να απορροφήσουν όσο περισσότερο ρωσικό πετρέλαιο και άνθρακα μπορούσαν στις χαμηλές τιμές που προσέφερε πλέον η Ρωσία.

Από τις 5 Δεκεμβρίου, οπότε και ετέθη σε ισχύ το πλαφόν των 60 δολ. που επέβαλαν οι χώρες του G7 στις πωλήσεις ρωσικού πετρελαίου, η Κίνα, που δεν συμμετέχει στη σχετική συμφωνία, εξακολούθησε να αγοράζει ρωσικό πετρέλαιο. Σύμφωνα, όμως, με διαπραγματευτές συμβολαίων πετρελαίου, το αγοράζει με μεγάλη έκπτωση ώστε η τελική τιμή που καταβάλει να μη διαφέρει και πολύ από το πλαφόν. Οι εκτιμήσεις συγκλίνουν σε μια τιμή της τάξης των 68 δολ. το βαρέλι. Δεδομένου, άλλωστε, ότι το Πεκίνο δεν τους έχει επιβάλει ποσοστώσεις, τα ανεξάρτητα διυλιστήρια της χώρας εισάγουν πυρετωδώς ρωσικό πετρέλαιο. Αγοράζουν, άλλωστε, και το μείγμα που προσφέρουν χώρες όπως η Μαλαισία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, που αναμειγνύουν το ρωσικό πετρέλαιο με πετρέλαιο από άλλες χώρες και το παρουσιάζουν με άλλη ταυτότητα, ώστε να μπορούν να κάνουν χρήση τόσο των ευρωπαϊκών δεξαμενοπλοίων όσο και των ευρωπαϊκών ασφαλιστικών εταιρειών. Το μείγμα αυτό πετρελαίου διαφόρων προελεύσεων πωλείται συνήθως με έκπτωση τουλάχιστον πέντε δολαρίων κάτω από την τιμή του Brent στην πλατφόρμα ICE. Στο σύνολο του περασμένου έτους οι εισαγωγές της Κίνας σε ρωσικό πετρέλαιο υπερδιπλασιάστηκαν φτάνοντας στα 3,1 εκατ. τόνους, με μόνο τον Οκτώβριο να εισάγει 554.000 τόνους του καυσίμου.

Στο μεταξύ, η Ρωσία κάνει εκτεταμένη χρήση του νομίσματος της Κίνας, του γουάν, που της προσφέρει διέξοδο, ενώ παράλληλα δίνει στον εταίρο της τη δυνατότητα να προωθεί έστω και οριακά τη χρήση του νομίσματός της στο εξωτερικό. Με το μεγαλύτερο μέρος των συναλλαγματικών της διαθεσίμων «παγωμένα», η Μόσχα δεν έχει άλλο ξένο νόμισμα το οποίο να μπορεί να χρησιμοποιήσει εκτεταμένα για αγορές. Ετσι, τα τελευταία στοιχεία για τον Δεκέμβριο φέρουν τα διαθέσιμα της Ρωσίας σε γουάν να ανέρχονται σε 310 δισ., ποσό αντίστοιχο των 46 δισ. δολαρίων.



Διαβάστε επίσης