Σε μια σειρά από πολιτικά και οικονομικά ζητήματα της επικαιρότητας, με αφετηρία τη διαδικασία άρσης ασυλίας βουλευτών και τις πιθανές εσωκομματικές αντιδράσεις, καθώς και τη στάση της κυβέρνησης απέναντι σε κατηγορίες περί πολιτικών παρεμβάσεων και σχέσεων με τη Δικαιοσύνη, αναφέρθηκε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης σε συνέντευξή του στην τηλεόραση του ΣΚΑΪ. Παράλληλα, αναφορά έγινε στις δημοσκοπήσεις και την εκλογική δυναμική της κυβέρνησης, στις επικρίσεις της αντιπολίτευσης για σκάνδαλα και κράτος δικαίου, αλλά και τις κυβερνητικές πολιτικές για την αντιμετώπιση φαινομένων πελατειακών πρακτικών. Σημαντικό μέρος της συζήτησης αφιερώθηκε επίσης, στα μέτρα στήριξης της κοινωνίας, στη φορολογική πολιτική, στην ακρίβεια και στη στρατηγική επιστροφής των δημοσιονομικών υπεραποδόσεων στους πολίτες.
«Το ένα δεδομένο είναι ότι οι ίδιοι οι βουλευτές έχουν ζητήσει να αρθεί η ασυλία τους, όχι γιατί θεωρούν ότι είναι ένοχοι, αλλά για να μην μείνει καμία κηλίδα επάνω τους και να αποδείξουν την αθωότητά τους. Γιατί, για να λέμε την αλήθεια, χωρίς να ξεχωρίζω υποθέσεις, όσα είχαν προαναγγελθεί μέσω διαρροών, που κακώς γίνονταν, για την περιβόητη δεύτερη δικογραφία που θα έρθει -θυμάμαι ότι αυτές οι διαρροές ξεκινούσαν από το καλοκαίρι- δεν έχουν καμία σχέση με τα περισσότερα, αν όχι όλα, από αυτά που διαβάζουμε ως επίσημα στοιχεία της δικογραφίας τις τελευταίες εβδομάδες. Τούτων δοθέντων, οι ίδιοι οι βουλευτές έχουν έρθει και έχουν ζητήσει την άρση ασυλίας τους. Γιατί; Γιατί από το 2019 και μετά, όταν και άλλαξε το Σύνταγμα, η άρση ασυλίας είναι υποχρεωτική. Εκτός εάν τα αδικήματα εμπίπτουν στα κοινοβουλευτικά καθήκοντα, δηλαδή αφορούν την ψήφο ενός βουλευτή στη Βουλή ή μια γνώμη που έχει εκφράσει είτε σε μία ομιλία του, είτε σε μία τοποθέτηση», ανέφερε ο κ. Μαρινάκης, υπογραμμίζοντας ότι «από τότε μέχρι σήμερα έχουν αρθεί 97 φορές οι ασυλίες βουλευτών, όλων των κομμάτων και μάλιστα, ενώ η Κοινοβουλευτική Ομάδα της Νέας Δημοκρατίας και το 2019-2023 και το 2023-2027, αυτή δηλαδή την κοινοβουλευτική περίοδο, είναι η περισσότερη σε δυναμική λόγω των εκλογικών αποτελεσμάτων, δεν είναι η πλειονότητα των βουλευτών των οποίων η ασυλία έχει αρθεί. Αυτό είναι το ένα δεδομένο».
Πρόσθεσε ότι «το δεύτερο δεδομένο είναι ότι δεν υπάρχει κομματική πειθαρχία. Όχι τώρα, σε καμία τέτοια ψηφοφορία. Είναι ψήφος κατά συνείδηση. Άρα όλη αυτή η “προαναγγελία” θέματος που μπορεί να υπάρχει, αν ένας, δύο, τρεις, όσοι βουλευτές ψηφίσουν, όπως ψηφίσουν, όπως έχουν δικαίωμα, σε ένα θέμα που δεν υπάρχει κομματική πειθαρχία και σε ένα θέμα που οι ίδιοι οι άνθρωποι, οι οποίοι είναι εμπλεκόμενοι και θέλουν να αποδείξουν την αθωότητά τους, έχουν ζητήσει να αρθεί η ασυλία τους, θεωρώ ότι δεν είναι θέμα. Πραγματικά το λέω. Δεν το λέω για να το υποβαθμίσω».
Ο κ. Μαρινάκης, απαντώντας σε ερωτήσεις για την πολιτική αντιπαράθεση και τις εσωτερικές αντιδράσεις, υποστήριξε ότι η ανάρτηση του κ. Σκέρτσου «ούτε στοχοποίησε τους βουλευτές, ούτε επιτέθηκε στους βουλευτές», επισημαίνοντας ότι θα ήταν λάθος να αποδίδονται τα προβλήματα της μεταπολιτευτικής Ελλάδας αποκλειστικά στους βουλευτές. Με αφορμή τη «πολύ μαύρη επέτειο» της 21ης Απριλίου, επικαλέστηκε στίχο του Μανώλη Αναγνωστάκη περί «καταλερωμένης φωλιάς» για να υποστηρίξει ότι έχει «φουντώσει πάλι μια συζήτηση» με «έντονα στοιχεία υποκρισίας» από την αντιπολίτευση, σημειώνοντας πως όλοι οι πολιτικοί μεταφέρουν αιτήματα πολιτών και ότι το αν μια πράξη είναι παράνομη, «θα το κρίνει η Δικαιοσύνη». Τόνισε ότι η πολιτική «έχει υποχρέωση να απαντά με πολιτικές», αναφέροντας ως παραδείγματα την αύξηση των ΜΕΘ κατά 81%, την ενιαία λίστα χειρουργείων και το ψηφιακό κράτος, ενώ για τις δημοσκοπήσεις υποστήριξε ότι «αποτυπώνουν μια πάνω κάτω ίδια εικόνα» με τη Νέα Δημοκρατία γύρω στο 30% και σημαντική διαφορά από το δεύτερο κόμμα, εκτιμώντας ότι θα εισέλθει στην προεκλογική περίοδο με αντίστοιχα ποσοστά. Παράλληλα, σημείωσε ότι «όποιος δρα κάνει και λάθη», αλλά οι πολίτες περιμένουν αποτελέσματα και νέα μέτρα, ενώ απαντώντας στις κατηγορίες περί σκανδάλων ανέφερε πως από την «αστοχία» έως τα «μεγάλα σκάνδαλα» υπάρχει απόσταση που τη «διανύει η Δικαιοσύνη». Απέρριψε επίσης τις αιτιάσεις περί πίεσης στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ως «συκοφαντίες», υποστηρίζοντας ότι η κυβέρνηση σέβεται τη Δικαιοσύνη, επικαλούμενος εκθέσεις διεθνών οργανισμών για το κράτος δικαίου, ενώ τόνισε ότι οι αναφορές αυτές αποτελούν «αντιπερισπασμό» της αντιπολίτευσης.
Ο κ. Μαρινάκης ανέφερε ότι «η κεντρική κατεύθυνση της κυβέρνησης» είναι «μόνιμα μέτρα, μειώσεις φόρων και ανακούφιση της κοινωνίας με έμφαση τη μεσαία τάξη», κάνοντας λόγο για «μόνιμα μέτρα και έκτακτα μέτρα», τα οποία βασίζονται στην απόδοση της οικονομίας και στα «παραπάνω φορολογικά έσοδα» που μπορούν «να δοθούν πίσω σε εκείνους που τα έχουν στερηθεί». Τόνισε ότι δεν «πετάει στα σύννεφα» και πως ένα μέτρο δεν μπορεί να λύσει την κρίση ακρίβειας, υποστηρίζοντας ότι η κυβέρνηση επιστρέφει στην κοινωνία πόρους που προκύπτουν από ανάπτυξη, αύξηση της απασχόλησης -«περίπου 600.000 άνθρωποι μέσα σε 7 χρόνια βρήκαν δουλειά»- και αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής, ενώ απέρριψε την κριτική ότι πρόκειται για χρήματα από νέους φόρους, λέγοντας ότι «δεν έχει αυξηθεί ούτε ένας φορολογικός συντελεστής». Παράλληλα, έκανε λόγο για «παραποιημένες αλήθειες» σχετικά με τους μετακλητούς, σημειώνοντας ότι «στη γενική κυβέρνηση είναι κατά τι λιγότεροι από όταν παραλάβαμε» και ότι η αύξηση αφορά την Τοπική Αυτοδιοίκηση. Αναφερόμενος στη φορολογική πολιτική, υπογράμμισε ότι έχουν ήδη υπάρξει «85 μειωμένοι ή καταργημένοι φόροι» και ότι από το 2026 τα εισοδήματα αυξήθηκαν λόγω λιγότερων παρακρατήσεων, ενώ στόχος είναι η συνέχεια των παρεμβάσεων, με έμφαση και στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, ενόψει ΔΕΘ. Συνοψίζοντας, σημείωσε ότι η κυβέρνηση «μεγαλώνει την πίτα», «ενώ μειώνει φόρους, μεγαλώνει τα έσοδα» και «τα παραπάνω τα επιστρέφει πίσω στην κοινωνία με δίκαιο τρόπο», προσθέτοντας ότι αυτή η πολιτική έχει «αρχή, μέση και τέλος» και αποτελεί την απάντηση και στο ερώτημα γιατί δεν εμφανίζεται εναλλακτική πρόταση από την αντιπολίτευση.